Πέμπτη 25 Οκτωβρίου 2012

Ένας γέρος που διάβαζε ιστορίες αγάπης




του Luis Sepulveda
Η συνταγή μιας καλής ιστορίας: Να έχει θέμα με έρωτα και αίμα…. Το τραγούδαγε την δεκαετία του 80 γνωστός στιχοποιός.
Είναι μια ιστορία αγάπης το αφήγημα του πολιτικοποιημένου Σεπούλβεδα;
Έτσι τουλάχιστον νομίζεις από τον τίτλο.
Το προλογικό σημείωμα έρχεται να σε προσγειώσει, αναγγέλλοντας την δολοφονία του ακτιβιστή Τσίκο Μέντες στην ζούγκλα του ανατολικού Εκουαδόρ στα σύνορα με την Βραζιλία, από συμμορίες δολοφόνων,  κουστουμάτους «προοδευτικούς», και αγωνιστές οικολόγους. Ακολουθεί ο χαιρετισμός στον Μιγκέλ Τσένκε παρουσιάζοντας τον πραγματικό πρωταγωνιστή του βιβλίου, την φυλή των Σουάρ του Σούμπι στον ποταμό Άνω Ναγκαρίτσα, παραπόταμο του Αμαζόνιου.
Το βιβλίο Γράφηκε στα 1987 και 1988 μεταξύ Αρτόρε ( Γιουγκοσλαβίας ) και Αμβούργου (Γερμανίας ) όπως  μας πληροφορεί στην τελευταία σελίδα ο συγγραφέας.
 
Ο Φρανσίσκο («Τσίκο») Μέντες (1944-1988)
Από: tovima.gr/culture/article .
 «Αν κάποιος αγγελιοφόρος εξ ουρανού έρχονταν να μου εγγυηθεί ότι ο θάνατος μου θα βοηθούσε τον σκοπό μας, νομίζω ότι θα άξιζε τον κόπο». Ο Φρανσίσκο Μέντες, ο πρώτος αληθινός μάρτυρας του οικολογικού κινήματος δολοφονήθηκε το 1988 από τον  Alves ba Silva μεγαλογαιοκτήμονα «τροπικής γης» και τον γιο του Alves Pereira. Ηγέτης του σωματείου των εργατών στις φυτείες καουτσούκ, ο Βραζιλιάνος «Τσίκο» έθεσε σκοπό της ζωής του την προστασία του Αμαζονίου και των ινδιάνων ιθαγενών από την επέλαση των υλοτόμων και των κτηνοτρόφων. Και ο θάνατος του «άξιζε τον κόπο».
 Συγκέντρωσε την παγκόσμια προσοχή στην οικολογική καταστροφή της περιοχής και αφύπνισε τους περιβαλλοντολόγους από όλες και σε όλες τις απειλούμενες γωνιές του πλανήτη. 

 Ο Ριμπέιρο  Ντα Σίλβα Και η σύζυγος του Μαρία Ντο εσπιρίτο Σάντο (1959 – 2011)
   Από: topontiki.gr/article/17708.
 «Βρίσκομαι εδώ και σας μιλώ και σε ένα μήνα μπορεί θα ακούσετε  ότι εξαφανίστηκα. Είμαι αποφασισμένος όμως να προστατεύσω το δάσος με κάθε κόστος Αυτός είναι ο λόγος που ανά πάσα στιγμή μπορεί να βρεθώ δολοφονημένος με μια σφαίρα στο κεφάλι….. ¨Όσο έχω τη δύναμη να περπατώ, θα καταγγέλλω όλους εκείνους που καταστρέφουν το δάσος». Η ομιλία του αποδείχθηκε δυστυχώς, προφητική.
Ο Ντα Σίλβα και η σύζυγος του Μαρία Ντο Εσπιρίτο Σάντο δολοφονήθηκαν στις 24 Μαΐου 2011. Ο 52χρονος ακτιβιστής ήταν εργάτης καουτσούκ, περικυκλώθηκε από ενόπλους που είχαν αγοράσει συμβόλαιο θανάτου από τους μαφιόζους που λυμαίνονται το αρχέγονο δάσος καθώς επέστρεφε στο σπίτι, με την σύζυγο του. Τους εκτέλεσαν και τους δύο εν ψυχρώ και σύμφωνα με ταγο του ο θανλς του  ειδησεογραφικά πρακτορεία, οι δολοφόνοι του έκοψαν το αυτί για το παραδώσουν στους εντολείς τους. Η δολοφονία του Ριμπέιρο Ντα Σίλβα 23 χρόνια μετά την δολοφονία του ακτιβιστή Τσίκο μέντες και παρά την  δημοσιότητα της δεν σταμάτησε την δράση  των συμμοριών που λυμαίνονται τον πλούτο του Αμαζονίου, ούτε τις δολοφονίες.

Στην έκθεση του 2008 της Επιτροπής Προστασίας των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Βραζιλίας Ο Ντα Σίλβα ήταν ένας από τους εκατοντάδες ακτιβιστές που βρίσκονται σε άμεσο κίνδυνο ζωής. Σύμφωνα με στοιχεία της οργάνωσης  CRT ( Catholic Land Pastoral ) μετά την δολοφονία του Μέντες περισσότεροι από 1150 ακτιβιστές, αγρότες, δικαστές, εργάτες ιερωμένοι έχουν δολοφονηθεί στην προσπάθεια τους να προστατέψουν τον πλούτο του Αμαζόνιου.
Η καταστροφή ξεκινά συστηματικά από το 1970. Κάθε χρόνο καίγεται, κόβεται και καταστρέφεται έκταση από 13.000 έως 30.000 Km2.

Η φυλή των Σουάρ του Σούμπι.
(Ανθρωπολογικά στοιχεία από την φυλή Σουάρ και από την παραμονή του Αντόνιο Μπολίβαρ σ΄αυτή).
Στην φυλή Σουάρ είχαν σαν έθιμο να ετοιμάζουν πολεμιστές για να σκοτώνουν δολοφόνους  και να κρατάνε τα κεφάλια τους τα οποία με μια τεχνική συγκεκριμένη  - την tsantsa – τους αφαιρούσαν τα κόκκαλα και έμενε μόνο το δέρμα τους.
Τα συρρικνωμένα κρανία όπως τα λένε. ( Βλέπε: Μουσείο Ντελ Μπάνκο.)
Από την Σελίδα 54 Του βιβλίου: «Έπρεπε λοιπόν να σκοτώσει τον άνθρωπο με ένα δηλητηριασμένο βέλος από φυσοκάλαμο, αφού θα του είχε δώσει την δυνατότητα να παλέψει με θάρρος. Όταν το κουράρε θα τον έκανε να παραλύσει, όλο του το θάρρος θα έμενε για πάντα στην έκφραση του, συγκεντρωμένο εσαεί στο συρρικνωμένο του κεφάλι, με την μύτη, το στόμα και τα βλέφαρα του ραμμένα για να μην μπορεί να φύγει».
Την μετά θάνατο γαλήνη ζητά από τον Αντόνιο Χοσέ Μπολίβαρ Προάνιο ο φίλος του ο Νουσίνιο  με το στήθος ανοιγμένο στα δύο από την τουφεκιά των εισβολέων.
 « Δε θα φύγω ήσυχος, κουμπάρε. Όσο το κεφάλι του δεν θα κρέμεται από ένα κλαρί, θα γυροφέρνω σαν τυφλό πουλί και θα κουτουλάω στα δέντρα. Βοήθησε με κουμπάρε.»
 Αρχέγονο δίκαιο, έθιμο, άλλωστε πώς αλλιώς μπορεί να προστατευτεί η κοινότητα των Σουάρ από τους εισβολείς;
«Το θεώρησε δίκαιο να ξεπληρώσει το χρέος του και παίρνοντας μαζί του ένα φυσοκάλαμο, διέσχισε το ποτάμι κολυμπώντας, κι έπιασε να κυνηγάει άνθρωπο για πρώτη φορά στη ζωή του.»
 Μόνο που μια μάχη δεν εξελίσσεται πάντα σύμφωνα με τα  έθιμα, τους νόμους ή την θέληση.
 « Χωρίς να δίνει σημασία στα ουρλιαχτά του τον έσυρε από τους αστραγάλους ως το ποτάμι » . Όμως, αφού δεν σεβάστηκε  τους εθιμικούς κανόνες δικαίου έστω και μία φορά, δεν είχε θέση πια στην κοινότητα.
Δεν ήταν αρκετή η δικαιοσύνη αφού  δεν συντάσσονταν  με την  συλλογική συνείδηση με την αποδοχή της πράξης από την κοινότητα.
«Δεν είχε ατιμωθεί μονάχα, αλλά ήταν και υπεύθυνος για την αιώνια δυστυχία του φίλου του.»
 Είχε μάθει καλά τις τελετουργίες και τα μυστικά αυτού του λαού. « Τιμούσε και αυτός καθημερινά τα συρρικνωμένα κεφάλια  των εχθρών που είχαν σκοτωθεί σαν άξιοι πολεμιστές κι έψελνε μαζί με τους αμφιτρύωνες τα ανέντ, άσματα ευχαριστιών για το θάρρος, που τους μεταγγίζονταν έτσι, και προσευχές για διαρκή ειρήνη» σελ.49.
Δεν ήταν μονάχα η καθημερινότητα, ήταν και η συμμετοχή του σε κάθε εκδήλωση «αποχαιρετισμού» των υπερήλικων, καθώς και η μετέπειτα διαδικασία συλλογής των οστών όσων γερόντων είχαν «αναχωρήσει» και μάλιστα χωρίς καν να νοιάζονται για  σύνταξη γήρατος. (καθαρισμός του δάσους)
 Γνωρίζουν οι Σουάρ πως  οι ηλικιωμένοι καταναλώνουν χωρίς να παράγουν  και  στις μετακομίσεις γίνονται βάρος.
« Ήδη μόλις έκλειναν τρία χρόνια στο ίδιο μέρος, μετοικούσαν, επιτρέποντας έτσι στην φύση να συνέλθει».
Οι συνήθειες  αυτές ήταν απαραίτητες  στην δημογραφική ισορροπία, οι νέοι αποτελούν τα αναγκαία εργατικά χέρια, αλλά και στην  επάρκεια  των διατροφικών πόρων του συνόλου.
 Μια Σχετική ταινία είναι « Η μπαλάντα του Ναραγιάμα » Σκηνοθεσία: Σοχέι Ιμαμούρα.
Γλαφυρότατη είναι η περιγραφή για την θέση του έρωτα και την λατρεία του σώματος της σελίδας 50.
  
Αντόνιο Χοσέ Μπολίβαρ Προάνιο
Ο γέρος της ιστορίας  γεμάτος αποτυχίες στην προσωπική του ζωή, στείρος, διαβιεί παρασιτικά μολύνοντας με την ύπαρξη του το περιβάλλον. Δεν διαφέρει από τους καταπατητές, αποτελεί την εμπροσθοφυλακή τους. Καταπατητής και ο ίδιος σ΄ όλη του την πορεία.
Μέχρι που γίνεται φονιάς. Μόνο ένας φονιάς διατηρεί το όπλο του θύματος με το οποίο τον σκότωσε, σαν λάφυρο. Οι ιστορίες αγάπης είναι το καμουφλάζ για να κρύβει αυτές του τις αποτυχίες.
Μόνο ένας εκπαιδευμένος φονιάς μπορεί να σκοτώσει τον οσελότο και ο δήμαρχος το ξέρει καλά και έχει δίκιο. Σκοτώνοντας το ζώο ο γέρος αποτέλειωσε ότι είχε απομείνει στην συνείδηση του  και ξαναγυρίζει στις ιστορίες του μπας και ξεχάσει όπως λέει  την βαρβαρότητα των ανθρώπων, και την δική του, λέω εγώ.
Πετώντας το άψυχο ζώο στο ποτάμι και στην συνέχεια και το όπλο νομίζει πως σβήνει τα ίχνη του όπως έκαναν οι Σουάρ όταν τον εξαπόστελλαν από εκεί που ήρθε. Νομίζει πως ξεπλένονται τα ανομήματα του και των ομοίων του. Λογάριαζε όμως χωρίς την αφήγηση του Μιγκέλ Τσένκε και την γραφή του Luis Sepulveda.

Luis Sepulveda
Έξι μήνες παραμονής στους Σουάρ, σίγουρα δεν έμενε σε hotel, και οι αφηγήσεις του Μιγκέλ Τσένκε στάθηκαν αρκετές για να γεμίσουν το βιβλίο με θάνατο και υγρασία. Το πόσο επηρεάστηκε  ο  συγγραφέας από αυτή την εμπειρία αφορά τον προβληματισμό και την συνειδητότητα του κάθε ενός κατοίκου Γής που θα διαβάσει το βιβλίο.
Σκαλίζοντας αδιάκριτα το παρελθόν και το παρόν του συγγραφέα, το πέρασμα του από την  πολιτική δράση, με τις κάθε φορά εκφράσεις του σε θεατρικά και δημοσιογραφικά, από την αυλή του Αλιέντε μέχρι τις Ταξιαρχίες του Μπολίβαρ, τον Ακτιβισμό, αλλά και την έμπρακτη συμπαράσταση που του προσέφεραν οργανώσεων όπως η Διεθνής Αμνηστία αλλά και προσωπικότητες  στους δύσκολους καιρούς της φυλακής,   φαίνεται πως καταλήγει   σ΄ ένα συνεχιζόμενο γράψιμο κι άλλων αξιόλογων βιβλίων.  Παραμένει όμως πάντα πρώτο το      « Ένας γέρος που διάβαζε ιστορίες αγάπης».
Η γραφή ακολουθεί τον αφηγηματικό τρόπο γεμάτη εικόνες, αναμνήσεις ,γεγονότα  προσδοκίες,  με αρκετό χιούμορ, με στοιχεία ουμανισμού και ουτοπίας εξάλλου όπως λέγεται, η λογοτεχνία είναι η φαντασίωση να αλλάξουμε τον κόσμο.
Διακόσια χρόνια ανολοκλήρωτης επανάστασης στην Λατινική Αμερική από τα θρύψαλα της επανάστασης του Σιμόν Μπολίβαρ (1783-1832) μέχρι τις μέρες μας ( Πινοσέτ, Μάρκος, Περόν, Ζοάο Χαβελάντζε αλλά και οι Περόν, Βάργκας, Αλιέντε κ.α.) τα όσα έχει περάσει και περνά αυτή η ήπειρος ήταν αδύνατο να μην θρέψουν μεγάλους ποιητές και λογοτέχνες.
Ο συγγραφές μιλάει πάντα με ονόματα, για την ζωή των προγραμμένων, των ηττημένων, και με ευρωπαϊκούς όρους, των Λούμπεν, εναλλακτικές φωνές που θέτουν σε αμφισβήτηση την λογοτεχνική κουλτούρα.

Στο βιβλίο του «Η τρέλα του Πινοσέτ» διαβάζουμε:
« Δεν έχω πρόθεση να χαθώ στις παλιές αμφιβολίες που τυράννησαν και οδήγησαν σε σκέψεις τους αρχαίους φιλοσόφους, ούτε να πειραματιστώ με άλλες αμφιβολίες που δεν είναι κατ΄ ανάγκη οι καταλληλότερες για να βαδίσει κανείς στο μοναδικό δυνατό δρόμο, αυτού της γραφής, σ΄ αυτό το χαράκωμα  έφτασα όταν όλα τα άλλα είχαν γκρεμιστεί και κατέληξα να σκεφτώ ότι δεν υπήρχε πια κανένας τρόπος για αντίσταση.
Από τον Γκιμαράες Ρόσα έμαθα πως  «αφήγηση σημαίνει αντίσταση» και σ΄ αυτό το χαράκωμα της γραφής αντιστάθηκα κατά της απάρνησης των αξιών, που έχουν εξανθρωπίσει τη ζωή και λέγονται αδελφικότητα, αλληλεγγύη, αίσθημα δικαιοσύνης.»

Επειδή από όσα βιβλία του Luis Sepulveda διάβασα, διαπίστωσα πως είναι πανταχού απών η θρησκεία και οι εκπρόσωποι της,  θα ήθελα σαν επίλογο σ΄ αυτό το κείμενο, την ανάγνωση του τέταρτου λόγου από το άρθρο του Εντουάρντο Γκαλεάνο (Ουραγουανός συγγραφέας και δημοσιογράφος) : «Τέσσερις ισχυρισμοί που κάνουν την μύτη του Πινόκιο να μεγαλώνει» μία άλλη εκδοχή της εισφοράς των θρησκειών στον σεβασμό  τούτου του πλανήτη.



Το κείμενο γράφτηκε από τον Γιάννη Ζερβάκη τον Οκτώβριο του 2012 στην λέσχη ανάγνωσης Ηρακλείου.              


Οικολογικά στοιχεία γενικά

  Στην έκθεση  του Gaia Foundation το 2012  που συντάχθηκε με την συμμετοχή περιβαλλοντολογικών οργανώσεων από όλον τον κόσμο, την τελευταία δεκαετία οι εξορύξεις σιδηρομεταλλεύματος έχουν αυξηθεί 180%, κοβαλτίου 165%, λιθίου 125%, άνθρακα 44%. Δυναμικές είναι οι ανερχόμενες οικονομίες Ινδία, Βραζιλία, Κίνα, Ρωσία. Η Κίνα πραγματοποιεί επιθετικές επενδύσεις στην Αφρική. Χρησιμοποιεί το 53% του παγκόσμιου τσιμέντου το 47% του σιδηρομεταλλεύματος και το 46% του άνθρακα.
 Η κρίση  του 2008 οδήγησε τους επενδυτές κατ΄αρχή στις επενδύσεις τροφίμων και στην συνέχεια στην αγορά ορυκτών, πετρελαίου, και αερίου με αποτέλεσμα την έξαρση της εξορυκτικής δραστηριότητας.
Κοινότητες της Λατινικής Αμερικής της Αφρικής και της Ασίας έχασαν την γη τους.
Εκατομμύρια  κυβικά μέτρα νερού κατασπαταλήθηκαν, εκατοντάδες χιλιάδες δάσους αποψιλώθηκαν, πηγές νερού δηλητηριάστηκαν, υπέδαφος και αέρας μολύνονται γεωμετρικά.
Παράλληλα με την καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, την καταπάτηση των ανθρώπινων δικαιωμάτων, δολοφονούν ακτιβιστές και επικρατούν συνθήκες σκλαβιάς σε χιλιάδες εργάτες που προσπαθούν να επιβιώσουν στις πετρελαιοπηγές και στα ορυχεία.
Το Νοέμβριο του 2011 ο 25χρονος Christian Ferreira  πυροβολήθηκε στο κεφάλι μπροστά στο σπίτι του στο  San Antonio της Αργεντινής ανήκε στον συνεταιρισμό των αγροτών και αρνήθηκε να παραχωρήσει την γη του στις μεγάλες φυτείες σόγιας. Η παραγωγή σόγιας ελέγχεται από  την Monsanto.
Το 1993 στο Δέλτα του Νίγηρα όταν οι κάτοικοι ξεσηκώθηκαν και έδιωξαν την Shell από την γη τους ακολούθησε μια περίοδος τρομοκρατίας με κορυφαία την δολοφονία του ακτιβιστή Ken Saro-wiwa  το 1995.
Στο τέλος αυτού του κειμένου η συνημμένη σελίδα είναι η ανταπόκριση του  BBC από την δολοφονία της αδελφής Ντόροθυ Σταγκ αγωνιζόταν  για την σωτηρία του Αμαζόνιου.

  Η Αμαζονία σε αριθμούς:
  Από την: kathimerini.gr/article .
·  Η έκταση της είναι 4 εκατομμύρια τετραγωνικά χιλιόμετρα από τα οποία το τροπικό δάσος είναι 3,3 εκατομμύρια τετραγωνικά χιλιόμετρα. Η χερσαία έκταση της Ελλάδας είναι 132.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα.
·  Εννέα χώρες διασχίζει ο Αμαζόνιος: Βραζιλία, Βολιβία, Κολομβία, Ισημερινός, Γουιάνα, Γαλλική Γουιάνα, Περού, Σουρινάμ και Βενεζουέλα.
·  6.848 χιλιόμετρα είναι το μήκος του Αμαζόνιου ποταμού. Μήκος πού αντιστοιχεί στην απόσταση Νέα Υόρκη – Βερολίνο.
·  15.000 περίπου ποτάμια διασχίζουν το δάσος του Αμαζόνιου.
·  Στην περιοχή του Αμαζόνιου υπάρχει το 20% του γλυκού νερού ολόκληρου του πλανήτη, το 30% της βιοποικιλότητας, 5.000 περίπου αναγνωρισμένα είδη δέντρων, 300 αναγνωρισμένα είδη θηλαστικών, πάνω από 1.300 αναγνωρισμένα είδη πουλιών, 2.500 – 3.000 είδη ψαριών, 10 – 15 εκατομμύρια είδη εντόμων, 21 εκατομμύρια κάτοικοι και πάνω από 400 φυλές αυτοχθόνων.
·  Σε ένα εκτάριο τροπικού δάσους υπάρχουν περισσότερα από 200 είδη δέντρων.
·  Έχουν αναγνωριστεί 650 είδη φυτών με φαρμακευτικές ιδιότητες και οικονομική αξία.
·  57 είδη υπό εξαφάνιση, συμπεριλαμβανομένου του Ιαγουάρου, ζουν στον Αμαζόνιο.
Τι συμβαίνει όταν χάνεται ένα δέντρο στον Αμαζόνιο.
Δεκάδες είδη πανίδας (Ασπόνδυλα-έντομα, αράχνες σκουλήκια αλλά και σπονδυλωτά ζώα, από βατράχους μέχρι πουλιά και θηλαστικά) και χλωρίδας ( κλιματίς, επίφυτο, ορχιδέα, αναρριχητικά φυτά) φιλοξενούνται σε κάθε δέντρο του Αμαζονίου. Έχει αποδειχθεί π.χ. ότι σε ένα δέντρο μπορούν να φιλοξενούνται έως και 72 είδη μυρμηγκιών. Όλα αυτά τα είδη εξαρτώνται από το δέντρο για να βρουν τροφή. Όταν λοιπόν αυτό κόβεται ή καίγεται, τα περισσότερα είδη της πανίδας το εγκαταλείπουν πριν καταστραφεί ολοκληρωτικά. Κάποια άλλα μένουν και πεθαίνουν.
Επειδή το ένα είδος βασίζεται σε άλλα για τροφή και καταφύγιο, αλλά και για την αναπαραγωγή του η καταστροφή του ενός οδηγεί στη διατάραξη της αναπαραγωγικής διαδικασίας και στην δυσκολία αναζήτησης τροφής σε μια σειρά άλλα είδη. «Αν για ένα δέντρο που χάνεται συμβαίνουν όλα αυτά, φανταστείτε τι μπορεί να γίνει όταν χάνονται 29 δέντρα ανά λεπτό, όπως συνέβη τη χρονική περίοδο από τον Αύγουστο του 2003 ως τον Αύγουστο του 2004» λέει η Greenpeace.






           

Τρίτη 2 Οκτωβρίου 2012

Λέσχη Ζ-1

Την Κυριακή 30/9/2012 στην πρώτη συνάντηση της ΛΑΗ της νέας περιόδου μιλήσαμε για το βιβλίο του James Joyce : Το Παρτραίτο ενός Καλλιτέχνη σε Νεαρά Ηλικία (εκδόσεις Πατάκη). Την παρουσίαση έκανε η Ελένη Κουφάκη. Συντονίστρια της ΛΑΗ αυτή την περίοδο είναι η Μαρία Βρέντζου.

Το Πορτραίτο του Καλλιτέχνη σε Νεαρά Ηλικία



του James Joyce
«Να ανακαλύψεις τον τρόπο εκείνο της ζωής ή της τέχνης όπου το πνεύμα σου θα μπορεί να εκφράζεται με απεριόριστη ελευθερία» (σελ. 415)
Το πορτραίτο του καλλιτέχνη σε νεαρά ηλικία είναι το πρώτο μυθιστόρημα του Ιρλανδού συγγραφέα James Joyce, το οποίο ολοκλήρωσε σε ηλικία 32 ετών το 1914 στην Τεργέστη όπου ζούσε αυτοεξόριστος. Το μυθιστόρημα μπορεί να καταταγεί εύκολα στην κατηγορία του Bildungsroman, στις σελίδες του δηλαδή εξιστορείται μια ιστορία ενηλικίωσης, μια ιστορία όπου το άτομο (και πιο συγκεκριμένα ο καλλιτέχνης), μεγαλώνοντας και συλλέγοντας εμπειρίες, συχνά μέσα από αντίξοες συνθήκες, καταφέρνει στο τέλος να διαμορφώσει μια προσωπικότητα όπως ο ίδιος την επιθυμεί και με την οποία θα πορευτεί στο μέλλον. Στο βιβλίο, το οποίο θεωρείται ημι-αυτοβιογραφικό καθώς πολλά από αυτά που περιγράφονται συμπίπτουν με πραγματικά περιστατικά από τη ζωή του συγγραφέα, ο Joyce μας μεταφέρει από την παιδική ηλικία του ήρωα του, του Στήβεν Δαίδαλου, στην δύσκολη εφηβεία του και έπειτα στην ενηλικίωση του, η οποία συνοδεύεται από την απόφαση non serviam: δύο λέξεις που όχι μόνο ορίζουν το παρόν και το μέλλον του Στήβεν ως ανθρώπου και ως καλλιτέχνη, αλλά που αποτελούν το ουσιαστικό μήνυμα του βιβλίου.
Στο πλαίσιο της λογοτεχνικής παράδοσης όμως το μυθιστόρημα αυτό έχει μια επιπρόσθετη αξία κι αυτό γιατί ανήκει στα πλέον σημαντικά έργα του κινήματος του μοντερνισμού, το οποίο ήταν υπό διαμόρφωση στις αρχές του προηγούμενου αιώνα. Ο μοντερνισμός στη λογοτεχνία κατά βάση καταργεί τις συμβάσεις του ρεαλιστικού μυθιστορήματος του 19ου αιώνα, προβάλλοντας μεταξύ άλλων την ανάγκη της ενδοσκόπησης, την ύπαρξη υποκειμενικής και όχι αντικειμενικής αλήθειας, τη μη γραμμική πλοκή,  και την «θολή» και συμβολική γλώσσα, η οποία μεταφέρει πολλαπλά μηνύματα ταυτόχρονα. Αυτά τα χαρακτηριστικά είναι σαφώς εμφανή στο Πορτραίτο: η γλώσσα έχει κυρίαρχη σημασία αφού μέσω του αριστοτεχνικού χειρισμού της από τον Joyce μπορεί κανείς να εννοήσει καλύτερα την υποκειμενικότητα της εμπειρίας του πρωταγωνιστή. Η γλώσσα γίνεται δηλαδή το μέσο με το οποίο βυθιζόμαστε στη συνείδηση του ήρωα και η οποία «μεγαλώνει» μαζί του.  Είναι χαρακτηριστικό ότι ενώ στην αρχή γλώσσα και σκέψεις προσομοιάζουν μικρού παιδιού, αργότερα γίνονται πιο απαιτητικές, καλώντας μας να ακολουθήσουμε την εξελικτική πορεία του πρωταγωνιστή. Επίσης, παρά την τριτοπρόσωπη αφήγηση, συχνά αντιλαμβανόμαστε τον ίδιο τον Στήβεν ως αφηγητή της ιστορίας, και αυτό επιτυγχάνεται μέσω ενός κατεξοχήν εργαλείου του μοντερνισμού, της συνειδησιακής ροής: με αυτόν τον τρόπο οι αναμνήσεις του παρελθόντος και οι σκέψεις για το μέλλον ανακόπτουν τη γραμμική πορεία της αφήγησης. Η άρνηση του Joyce να συμπορευθεί με τις τότε ισχύουσες λογοτεχνικές συμβάσεις και η επιθυμία να συμβάλει στην ανανέωσή τους είναι άλλωστε εμφανής και στο ίδιο το κείμενο όταν ο Στήβεν μονολογεί με τον εαυτό του: «Του άρεσε λοιπόν το ρυθμικό κυμάτισμα των λέξεων περισσότερο από τις αναφορές τους σε ιστορίες και χρώματα; Ή μήπως, όντας αμβλυωπικός στην όραση όσο και επιφυλακτικός κατά το πνεύμα, έβρισκε λιγότερη ευχαρίστηση στην απεικόνιση του διάπυρου αισθητού κόσμου μέσα από το πρίσμα μιας γλώσσας πολύχρωμης και πλούσιας σε παραστάσεις, απ’ όσο στη θεώρηση ενός έσω κόσμου προσωπικών συναισθημάτων που καθρεφτίζεται τέλεια στις διαυγείς, ευλύγιστες  περιόδους του πεζού λόγου;» (σελ. 288)
Πέρα όμως από τις λογοτεχνικές αξιώσεις του Πορτραίτου όσον αφορά τα καινοτόμα χαρακτηριστικά του σε επίπεδο λόγου, εξίσου σημαντικό είναι το γεγονός ότι το βιβλίο αυτό γίνεται όχημα για να εκφράσει ο συγγραφέας ιδέες που έχουν σχέση με την καλλιτεχνική φύση και δημιουργία και να σχολιάσει τα κοινωνικοπολιτικά γεγονότα της εποχής του, από την οπτική πάντα ενός καλλιτέχνη εν τη γενέσει. Ήδη από τον τίτλο του μυθιστορήματος γίνεται αντιληπτό και το κέντρο βάρους αφού ο Στήβεν Δαίδαλος στην πορεία του προς την καλλιτεχνική αυτοπραγμάτωση μοιάζει να είναι όχι μόνο το κεντρικό πρόσωπο αλλά και το μοναδικό που έχει σημασία: οι υπόλοιποι χαρακτήρες, η οικογένεια του, οι φίλοι και συμμαθητές του, εκφράζοντας μια διαφορετική συμβατική άποψη της ζωής ο καθένας, απλά περιστρέφονται γύρω του χωρίς να τον επηρεάζουν ουσιαστικά. Το ίδιο το όνομα του μοιάζει να τον προετοιμάζει για κάτι ξεχωριστό στη ζωή αφού είναι συνδυασμός του ονόματος του πρωτομάρτυρα Αγίου Στεφάνου και εκείνου του Μινωίτη τεχνίτη Δαίδαλου. Ο μυθικός αυτός ήρωας είναι σημείο αναφοράς για τον νεαρό Στήβεν  αφού ταυτίζεται με τον καλλιτέχνη εκείνο που επιδιώκει να σπάσει τα δεσμά, της φυλακής στην περίπτωση του μύθου, της σύμβασης όσον αφορά τον Στήβεν. Για να επέλθει όμως η συνειδητοποίηση της ουσίας της καλλιτεχνικής φύσης μαζί με ό,τι αυτή συνεπάγεται, ο δρόμος είναι δύσκολος και μακρύς για τον νεαρό ήρωα του βιβλίου, ειδικά όταν μεσολαβεί το κρίσιμο στάδιο της εφηβείας. Πριν ακόμα όμως ο έφηβος Στήβεν αρχίσει να περιδιαβαίνει το Δουβλίνο με έντονη την αίσθηση της απομόνωσης, γίνεται σαφής αναφορά στη διαφορετικότητα του. Ήδη από την προεφηβική ηλικία και τη φοίτησή του στο κολλέγιο των Ιησουιτών Clongowes ο Στήβεν αντιλαμβάνεται ότι λίγο μοιάζει με τους αθλητικούς, γεροδεμένους συμμαθητές του ενώ παράλληλα γίνεται στόχος εκφοβισμού και κακομεταχείρισης. Μόνος υφίσταται την αδικία, όπως και μόνος την καταγγέλλει, όταν νιώθει πως έτσι είναι το σωστό να πράξει. Καθ’ όλη την πορεία της ενηλικίωσης του και μέχρι την τελευταία σελίδα του βιβλίου, η μοναξιά συνοδεύει τον ήρωα και γίνεται η επιβεβαίωση της αντισυμβατικότητας του. Ο Στήβεν αποφασίζει από νωρίς να αγνοήσει τις σειρήνες που θα τον έκαναν να παρεκκλίνει από μια ζωή έτσι όπως την επιθυμεί ο ίδιος: «Οι φωνές αυτές βομβούσαν τώρα υπόκωφα στα αυτιά του. Όταν ξεκίνησε γυμναστήριο, άκουσε μιαν άλλη φωνή να του λέει να είναι  δυνατός και αρρενωπός και υγιής, και όταν άρχισε να πηγαίνει στο κίνημα για την εθνική αναγέννηση μια άλλη φωνή του ζήτησε να αγαπά την πατρίδα του και να συνδράμει στην αποκατάσταση της εθνικής γλώσσας και στην αναβίωση των παραδόσεων της. Στις επίγειες υποθέσεις ο Στήβεν προέβλεπε ότι μια εγκόσμια φωνή θα τον προέτρεπε να εργαστεί σκληρά για την οικονομική αποκατάσταση του δεινά χειμαζόμενου πατέρα του και, στο μεταξύ, η φωνή των συντρόφων του στο σχολείο τον παρότρυνε να είναι εντάξει παιδί, να υπερασπίζεται τους άλλους όταν κατηγορούνται, να ζητάει την απαλλαγή τους, και να κάνει ό,τι περνάει απ’ το χέρι του για να έχουν οι μαθητές ελεύθερες ώρες. Η βοή απ’ όλες αυτές τις φωνές τον έκανε συχνά να σταματά αναποφάσιστος το κυνήγι των φαντασμάτων του. Τους έδινε για λίγο προσοχή, αλλά ήταν ευχαριστημένος όταν βρισκόταν μακριά τους, όταν δεν τον έφταναν, όταν ήταν μόνος ή με συντροφιά τους φασματικούς του συντρόφους» (σελ. 151). Υπό την έννοια ότι ένας καλλιτέχνης πρέπει να αποστασιοποιηθεί από το κοινωνικό σύνολο για να καταγράψει τις παθογένειες και τις αρετές του και να τις μετουσιώσει σε καλλιτεχνική δημιουργία, ο Στήβεν είναι ενσυνείδητα μόνος από πολύ νωρίς.
Μόνος του λοιπόν αντιπαλεύει, μόνος του αποκρίνεται non serviam-ου δουλεύσω σε πατρίδα, θρησκεία, οικογένεια. Από τις τρεις αυτές σειρήνες, η θρησκεία είναι αναμφισβήτητα εκείνη που καταφέρνει να περάσει την πιο στενή θηλιά στο λαιμό του Στήβεν. ‘Έχοντας βιώσει έντονα την προπαγάνδα και τον εκφοβισμό του Καθολικισμού στα Ιησουιτικά κολλέγια που μαθήτευσε και που περιγράφονται στο βιβλίο αν όχι ως άλλος τόπος μαρτυρίου τουλάχιστον ως τόπος κατάπνιξης της δημιουργικότητας , της ελεύθερης έκφρασης και της σεξουαλικότητας, και μετά από ένα σύντομο πισωγύρισμα, ο Στήβεν αποφασίζει ότι μια θρησκευόμενη και θρησκόληπτη ζωή δεν του ταιριάζει: «Ήταν η μοίρα του να μην μπορεί να ενταχθεί σε κοινωνικές ή θρησκευτικές ομάδες. Η σοφία της έκκλησης του ιερωμένου δεν τον άγγιζε βαθιά. Ήταν η μοίρα του να μάθει τη δική του σοφία μακριά από τους άλλους ή να μάθει τη σοφία των άλλων αλλά μόνος του, περιπλανώμενος ανάμεσα στις παγίδες του κόσμου» (σελ. 279). Το κάλεσμα της καλλιτεχνικής του φύσης ακολουθεί αμέσως μετά την απόρριψη της  ψυχρής και μουντής ζωής που θα συνεπαγόταν μια σταδιοδρομία στο εκκλησιαστικό περιβάλλον. Σε μια παραλία και παρατηρώντας μια γυναικεία μορφή (κάλεσμα στη σεξουαλικότητα και τη δημιουργία), ο Στήβεν εν είδει επιφάνειας συνειδητοποιεί τον πραγματικό προορισμό της ζωής του: «Η ψυχή του είχε αναστηθεί από τον τάφο των παιδικών του χρόνων, πετώντας από πάνω της τα σάβανα. Ναι! Ναι! Ναι! Θα δημιουργήσει με περηφάνια, , με την ελευθερία και τη δύναμη της ψυχής του, όπως ο μέγας τεχνίτης που φέρει το όνομα του, κάτι ζωντανό, νέο και υψιπετές και όμορφο, ασύλληπτο, ακατάλυτο» (σελ. 293).
Ο Στήβεν όμως δεν έρχεται αντιμέτωπος μόνο με τον προσηλυτισμό της Καθολικής εκκλησίας αλλά και με εκείνον των διάφορων εθνικιστικών κινημάτων που ξεπήδησαν στην Ιρλανδία στο τέλος του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα και προανήγγελλαν την ανεξαρτησία της χώρας από το Βρετανικό ζυγό. Ο ίδιος ο Joyce ήταν ενάντιος στο κίνημα της Ιρλανδικής Αναγέννησης που αφορούσε τη λογοτεχνία και την αναβίωση της Κέλτικης γλώσσας στη χώρα του, επισημαίνοντας τη μονολιθική τους θεώρηση. Ο συγγραφέας εμφανίζεται ιδιαίτερα επικριτικός και απέναντι στους συντοπίτες του Ιρλανδούς οι οποίοι όχι μόνο δεν αντιστάθηκαν στην επιβολή της Βρετανικής κυριαρχίας στη χώρα τους αλλά συνεχίζουν να υπονομεύουν κάθε σοβαρή προσπάθεια για την επίτευξη της ανεξαρτησίας. Στο κάλεσμα του εθνικιστή συμφοιτητή του, Ντάβιν, να ενώσουν τις δυνάμεις τους στον αγώνα ενάντια στους Βρετανούς, ο Στήβεν ανταπαντά: «Οι πρόγονοί μου πέταξαν τη γλώσσα τους και πήραν μια άλλη…Άφησαν μια φούχτα ξένους να τους υποτάξουν. Θα πληρώσω εγώ τα δικά τους χρέη; Για ποιο λόγο;» και συνεχίζει «Δεν υπάρχει τίμιος άνθρωπος…που να έδωσε τη ζωή του, τα νιάτα του, την ψυχή του, από τον Τόουν μέχρι τον Παρνέλ, και να μην τον εγκαταλείψατε σε δύσκολη στιγμή, να μην τον παρατήσατε για κάποιον άλλον, να μην τον λοιδορήσατε…Όταν η ψυχή του ανθρώπου γεννιέται σε αυτή τη χώρα, απλώνονται δίχτυα για να την εμποδίσουν να πετάξει. Μου μιλάς για το έθνος, τη γλώσσα, τη θρησκεία. Προσπαθώ να ξεφύγω από αυτά τα δίχτυα» (σελ. 346-7). Απορρίπτοντας λοιπόν ένα μονοδιάστατο εθνικισμό που αντί να πλάσει ένα νέο, δικό του ιδίωμα, μιμείται τη γλώσσα του κατακτητή, πέφτοντας έτσι στην παγίδα μιας σειράς από στείρες δυαδικότητες όπως Ιρλανδός-Άγγλος, καλός-κακός, αυτόχθων-κατακτητής, υπόδουλος-δυνάστης, ο Στήβεν αντιστέκεται στην πνευματική παράλυση του Ιρλανδικού λαού και επιλέγει το δρόμο της ελευθερίας, που στη συγκεκριμένη περίπτωση σημαίνει αυτοεξορία και καλλιτεχνική δημιουργία ταυτόχρονα.
Ούτε τα δεσμά της –προβληματικής ούτως ή άλλως- οικογένειάς του είναι ικανά να αποτρέψουν τη φυγή του Στήβεν στο εξωτερικό. Καθ’ όλη τη διάρκεια της ενηλικίωσης του, το οικογενειακό περιβάλλον, με τις οικονομικές δυσχέρειες, τον ανεύθυνο πατέρα και την υπερσυναισθηματική μητέρα, τον θλίβει. Αρνείται να ζήσει μια συμβατική ζωή για να μείνει κοντά τους. Αρνείται την ασφαλιστική δικλείδα της οικογένειας με τον ίδιο τρόπο που απορρίπτει θεσμούς όπως η εκκλησία και η πατρίδα. Συνοψίζει λοιπόν: «Δεν θα υπηρετήσω κάτι στο οποίο δεν πιστεύω πια, είτε αυτό λέγεται σπίτι μου είτε πατρίδα μου είτε εκκλησία. Θα προσπαθήσω να εκφράσω τον εαυτό μου με κάποιον τρόπο ζωής ή τέχνης όσο μπορώ πιο ελεύθερα και πιο ολοκληρωμένα, χρησιμοποιώντας για άμυνά μου τα μόνα όπλα που επιτρέπω στον εαυτό μου – σιωπή, εξορία, πονηρία…Δεν φοβάμαι να μείνω μόνος ή να με ρίξουν για κάποιον άλλο ή να εγκαταλείψω ό,τι πρέπει να εγκαταλείψω. Και δεν φοβάμαι να κάνω λάθος, που θα το πληρώνω μια ολόκληρη ζωή, μπορεί και στην άλλη!» (σελ. 417-8).
Το τελευταίο μέρος του βιβλίου αποτελείται από τις ημερολογιακές καταχωρήσεις των τελευταίων μερών του Στήβεν στη χώρα του. Η φωνή του χαρακτήρα του εδώ αποκτά ιδιαίτερη δύναμη, μιας και η τριτοπρόσωπη αφήγηση γίνεται πρωτοπρόσωπη. Χωρίς καμία αμφιβολία πια, ο ήρωας είναι έτοιμος να προϋπαντήσει τη μοίρα του και να πραγματώσει την καλλιτεχνική του φύση: «Καλώς όρισες, ζωή! Φεύγω να συναντήσω για εκατομμυριοστή φορά την πραγματικότητα της εμπειρίας και να σφυρηλατήσω στο αμόνι της ψυχής μου την αδημιούργητη συνείδηση της φυλής μου» (σελ. 427). Φεύγει λοιπόν αλλά έχοντας ακόμα στο μυαλό τη φυλή του και τη συνείδησή της. Ίσως γι’ αυτό έχει σημασία ότι το μυθιστόρημα, τελειώνοντας , κάνει σχήμα κύκλου: το Πορτραίτο ξεκινάει με μια φράση από τις Μεταμορφώσεις του Οβίδιου «Et ignotas animum dimittit in artes» (Κι έστρεψε το μυαλό του σε άγνωστες τέχνες), η οποία αναφέρεται  στον Δαίδαλο και στην απόφασή του να πειραματιστεί με το άγνωστο στην προσπάθειά του να δραπετεύσει από το Μινωικό ανάκτορο. Ομοίως κλείνει με μια επίκληση του Στήβεν στον μυθικό συνονόματό του: «Αρχαίε πατέρα, αρχαίε τεχνίτη, γίνου αρωγός και συμπαραστάτης μου, τώρα και για πάντα» (σελ. 427). Σύμφωνα με τον John Paul Riquelme, έτσι όπως ο Δαίδαλος δραπετεύει από την Κνωσό για να γυρίσει σπίτι, έτσι και ο Στήβεν Δαίδαλος, αν και φαινομενικά φεύγει από το σπίτι, στην ουσία εκεί επιδιώκει να επιστρέψει, μέσω του καλλιτεχνικού του έργου.

James Joyce
O James Joyce γεννήθηκε στο Δουβλίνο το 1882 αλλά έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στο Παρίσι, τη Ζυρίχη, την Τεργέστη, και τη Ρώμη. Θεωρείται από τους πρωτοπόρους του κινήματος του Μοντερνισμού, συχνά όμως αντιμετώπιζε δυσκολία στο να δημοσιεύει τα έργα του λόγω του προκλητικού τους περιεχομένου. Τα  σημαντικότερα έργα του είναι Οι Δουβλινέζοι (1914), Εξόριστοι (1915), Το Πορτραίτο του Καλλιτέχνη σε Νεαρά Ηλικία (1916), Οδυσσέας (1922), και Finnegans Wake (1939). Στις αρχές του 1941 ο James Joyce πεθαίνει στη Ζυρίχη από προχωρημένο έλκος.
ΠΗΓΕΣ
Deane, Seamus.  Introduction to A portrait of the artist as a young man. Middlesex: Penguin 1992.
Riquelme, John Paul. “Dedalus and Joyce writing the book themselves” in the Norton Critical Edition of The portrait of the artist as a young man. New York: W.W. Norton & Company 2007.

Ελένη Κουφάκη

Τετάρτη 13 Ιουνίου 2012

διά μέσου της τέχνης και της γνώσης

…Αργότερα, θα προσπαθήσω να δείξω, πως η ικανότητα να χρησιμοποιεί κανείς το μαχαίρι δημιουργικά και αποτελεσματικά μπορεί να έχει σαν αποτέλεσμα να βρεθούν λύσεις στο διχασμό ανάμεσα στο κλασικό και το ρομαντικό μοντέλο….
                             Ρόμπερτ Πίρσιγκ : Το ζεν και η συντήρηση της μοτοσυκλέτας


   Την Κυριακή το απόγευμα συναντηθήκαμε για πέμπτη φορά στον κύκλο των Παράλληλων Συναντήσεων για την φετινή χρονιά. Φέτος κλείσαμε και πάλι (!) με βιβλίο του Μπόρις Βιάν. Διαβάσαμε το μυθιστόρημα Ο αφρός των ημερών (εκδόσεις Γράμματα, 1979). Πέρσι, ο Ψυχοβγάλτης μας έστειλε στις πλατείες, και πιθανόν η συνάντηση εκείνη να ανήκει στα μνημονικά διαμάντια που άφησε η περσινή λειτουργία των Π.Σ. Φέτος και πάλι, (!), η συνάντηση αυτή, στην μνημική της μορφή, πιθανόν να ευχαριστεί βαθιά.
     Και αυτό γιατί όπως φάνηκε, το βιβλίο αυτό άγγιξε μια χορδή, βαθιά σε όλους μας (και ίσως κάποιες στιγμές να ακούστηκαν συγχορδίες). Αυτός μάλλον είναι ένας λόγος που δεν του αφιερώσαμε όλο τον χρόνο της συνάντησής μας. Διαπιστώσαμε, με λίγα αποσπάσματα από το βιβλίο (με νεύματα συμφωνίας, χαμόγελα, επαυξήσεις των εξηγήσεων, …) ότι  η αναγνωστική εμπειρία  (συναισθήματα, σκέψεις,..) που προκάλεσε στον καθένα μας, όχι μόνο υπήρξε, λόγω του εξαιρετικού τρόπου γραφής, ευχάριστη (αν και αναφέρεται σε μια πικρή ιστορία), αλλά κυρίως υπήρξε ουσιαστική. Νομίζω, ότι ο καθένας από εμάς που συναντηθήκαμε χτες, θα συμφωνήσει ότι διαβάζοντας τον Αφρό των ημερών έγινε καλύτερος και σίγουρα το προτείνουμε σε όλους τους φίλους και τις φίλες μας.
    Ένας άλλος λόγος που η συνάντησή μας πήρε και μια άλλη μορφή είναι η αντανάκλαση των κοινωνικών δρώμενων στην προσωπική μας ζωή. Μια αντανάκλαση που έχει να κάνει με την τοποθέτηση του καθενός μας απέναντι σε θεμελιώδη ερωτήματα. Νομίζω ότι το βιβλίο (και η συνάντησή μας) κατέδειξε (με ισχυρό τρόπο) το ότι η στροφή προς μια περισσότερο αληθινή και ουσιαστική στάση ζωής (αλλά και ανάγνωσης), εκτός από επιθυμητή είναι και εφικτή.
Κάτσαμε λοιπόν άνετα στους καναπέδες, χαλαρώσαμε τα (ίσως) σφιχτά μας ρούχα, φάγαμε, ήπιαμε και είπαμε αρκετά, ώστε να αντιληφθούμε, έστω αμυδρά, την αλήθεια της ρήσης του Νίτσε : Ένας κηπάκος, σύκα, λίγο τυρί και τρεις-τέσσερις φίλοι – να ποια ήταν η τρυφή για τον Επίκουρο.
     Δεν ήταν όλα ευχάριστα. Μιλώντας για το βιβλίο, για μας, για την λέσχη, για την πολιτική, για τις ασθένειες, για τον σουρεαλισμό, για τα επόμενα βιβλία που μπορεί να διαβάσουμε, αναφέρθηκαν και πικρές ή θλιβερές αλήθειες. Αλλά έτσι είναι. Επειδή η ζωή περιέχει ένα μεγαλείο που δεν μπορείς να το βάλεις σε καλούπια, γιατί τότε δραπετεύει όπως το νερό όταν σφίγγεις την χούφτα σου για να το πιάσεις,  Ένα πράγμα πρέπει να έχει κανείς: Είτε μια εκ φύσεως ανάλαφρη αίσθηση είτε μια αίσθηση αλαφρωμένη διά μέσου της τέχνης και της γνώσης (Νίτσε).
   Ίσως τα παραπάνω φανούν κοινότυπα (σε κάποιους), ή μεγαλόστομα (σε άλλους), ή θυμίσουν τον παπά που βλογάει τα γένια του (σε κάποιους άλλους).
      Δεν με νοιάζει.
    Για τέτοια βιβλία και τέτοιες συναντήσεις αξίζει να είναι κανείς μέλος της λέσχης μας.
    Ευχαριστώ την Φωτεινή για την φιλοξενία αλλά και για τις συνθήκες που δημιούργησε ώστε το περιβάλλον να γίνει καταλυτικός παράγοντας για την παραγωγή τέτοιων καρπών.

Περικλής Δ. Παυλάκος  



Παράλληλες Β-5

Την Κυριακή 10/06/2012 κάναμε την πέμπτη συνάντησή μας. Μιλήσαμε για το βιβλίο του Μπόρις Βιάν, Ο αφρός των ημερών (εκδόσεις Γράμματα, 1979).

Τετάρτη 30 Μαΐου 2012

Καλά εσύ σκοτώθηκες νωρίς

του Χρόνη Μίσσιου

Ο Χρόνης Μίσσιος γεννήθηκε στην Καβάλα. Οι γονείς του ήταν καπνεργάτες και το επάγγελμά τους άσκησε και ο ίδιος από τα παιδικά του χρόνια. Έζησε σε συνθήκες φτώχιας, τόσο στη γενέτειρά του όσο και στη συνέχεια στη Θεσσαλονίκη.
Για οικονομικούς λόγους δεν μπόρεσε να τελειώσει ούτε το δημοτικό σχολείο (έφτασε μέχρι τη δεύτερη τάξη). Αυτό τον κατέστησε αναλφάβητο, αλλά σε καμία περίπτωση αμόρφωτο. Η γοητεία των λέξεων τον συνεπαίρνει και βυθίζεται στην κατάκτηση αυτής της γνώσης.
Όπως ο ίδιος αναφέρει, στις δύσκολες συνθήκες της φυλάκισής του μαθαίνει γράμματα, βοηθούμενος από τον συγκρατούμενό του ποιητή Μ. Αναγνωστάκη.
Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής, παιδί ακόμα, εντάχθηκε στην Αντίσταση και το 1947 καταδικάστηκε σε θάνατο για τη συμμετοχή τους τον εμφύλιο πόλεμο ως μέλος του 1ου Δημοκρατικού Στρατού Νέων. Τελικά δεν εκτελέστηκε, έμεινε όμως φυλακισμένος ως το 1953 και από το 1962, εκτελώντας τη στρατιωτική του θητεία, έζησε εξόριστος στη Μακρόνησο και τον Άη Στράτη. Σε διάφορες φυλακές έζησε και κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής  χούντας. Η ελεύθερη ζωή του άρχισε ουσιαστικά ξανά με την μεταπολίτευση.
Σήμερα ζει έξω απ’ την Αθήνα, έχει αποσυρθεί από την πολιτική δράση και συμμετέχει σε οικολογικές κινήσεις.
Άνθρωπος, πάντα ερωτευμένος με τη ζωή, ψηλαφίζει με την ήρεμη ματιά του σήμερα όσα έζησε τότε. Αναφέρει σε συνέντευξή του στον «Ταχυδρόμο»: Πιστεύαμε κάποιοι ρομαντικοί τότε ότι μπορούσαμε να φτιάξουμε κάτι όμορφο και ιδιαίτερο, αλλά όπως έχει πει ο Δαντών, «Τα βήματα της ανθρωπότητος είναι οι ταφόπλακες των ρομαντικών.» Είμαστε θαρρώ η τελευταία γέννα των ρομαντικών. Είχαμε ένα μύθο, πιστεύαμε μια ιδεολογία.
Γι’ αυτή θυσιάζαμε και τη ζωή μας ακόμα. Για μια καλύτερη ανθρωπότητα, για μια ομορφότερη κοινωνία. Ε! Αποδείχτηκε ότι το όραμα της ιδανικής κοινωνίας που παλεύαμε δεν ήταν δυνατό να πραγματοποιηθεί, διότι η συνείδηση των ανθρώπων, και όταν λέω συνείδηση εννοώ παιδεία, βαθειά παιδεία, δεν ήταν στο επίπεδο του πολιτισμού που έπρεπε να δημιουργήσει.
Έτσι ξανακαβάλησε η εξουσία και μ’ όλα τα προσχήματα, νόμιμα ή παράνομα, εγκαθίδρυσε ένα καινούριο καθεστώς χειρότερο από εκείνο που προϋπήρχε. Αυτό σε παγκόσμιο επίπεδο».
Στο χώρο της λογοτεχνίας εμφανίστηκε σε μεγάλη ηλικία το 1985 με το βιβλίο που διαβάσαμε.
«…Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς»
Από τον τίτλο ακόμα ο αναγνώστης αποκτά μια σαφή αντίληψη της οπτικής του συγγραφέα απέναντι στα περιστατικά της ζωής του και στα κοινωνικά – πολιτικά συμβάντα.
Δεν θα μπορούσε ίσως να υπάρξει πιο πετυχημένη έκφραση της οδύνης, της πίκρας, της απογοήτευσής του. Αλλά και μια προειδοποίηση, ότι θα πει τα πιο τραγικά πράγματα μ’ αυτόν τον ανάλαφρο τρόπο. «…Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς». Με άλλα λόγια «Τυχερέ εσύ, ξεμπέρδεψες γρήγορα και έτσι δεν είδες και ενδεχομένως δεν βίωσες».
Ολοφάνερη η τραγική ειρωνεία που σαν πνεύμα και διάθεση περνάει όλη την αφήγηση από την αρχή μέχρι το τέλος. Μιας που αυτή η αφήγηση απευθύνεται στο νεκρό φίλο και σύντροφο, στον απόντα! Σ’ αυτούς γράφει, σ’ αυτούς καταθέτει.
Όσοι κουβαλάνε τις ίδιες ή παραπλήσιες τραυματικές εμπειρίες πόσες φορές δεν έχουν καταφύγει στην ανακουφιστική δύναμη αυτού του τραγικού μακαρισμού για τους «έγκαιρα» χαμένους, που ο θάνατος τους γλύτωσε από κάθε είδους αθλιότητες.
Το βιβλίο ρίχνει φως στη σκοτεινή περίοδο που ακολούθησε την ήττα των Ελ. Κουμουνιστών και του Δ.Σ. στον εμφύλιο, την αγριότητα με την οποία οι νικητές καταδίωξαν, φυλάκισαν, βασάνισαν και πολλούς εκτέλεσαν.
Αφηγείται τις εμπειρίες του συγγραφέα, ανήλικος τότε, πολιτικός κρατούμενος σε διάφορες φυλακές: στο Γεντί Κουλέ, στην Κέρκυρα, στη Βίδος, από το τέλος του Β΄ Π.Π και του Εμφυλίου και φτάνει ως τη χούντα το 1973.
Ο Μίσσιος, Θεσσαλονικιός στην καταγωγή αλλά και στη νοοτροπία, απλός, ανόθευτος, μάγκας, «καρντάσης», περιγράφει τον σκοτεινό χώρο της φυλακής χωρίς καθωσπρεπισμούς, χωρίς ανούσιους εντυπωσιασμούς, χωρίς υποδείγματα ανθρώπινης συμπεριφοράς.
Δίνει τους ανθρώπους στις φυσικές τους διαστάσεις. Με κρίση και αισθήματα αληθινά.
Έχεις την αίσθηση πως όλα βγαίνουν από μέσα του με ένα χειμαρρώδη τρόπο, αυθόρμητα, ανεξέλεγκτα. Έχουν τη μορφή του «Να τα πω να ξεσκάσω».
Οι σκηνές της φυλακής έχουν τέτοια αυθεντικότητα, έτσι που ο αναγνώστης θέλει δε θέλει τις ζει, τις εμπεδώνει. Η στιγμή που ο νεαρός Σαλονικιός κλαίει όλο πίκρα για το χαλασμένο από το χέρι του δεσμοφύλακα χαμομήλι, που πέταξε στο κρύο ντουβάρι της φυλακής, δεν είναι φαντασία ενός συγγραφέα. Είναι πραγματικότητα. Είναι η ίδια η ζωή.
Σε πιάνει μια στεναχώρια όταν περιγράφει στιγμές συνάντησης με φίλους από τα παλιά, συντρόφους αλλά και ποινικούς κρατούμενους. Όλοι μαζί ένα κουβάρι, χωρίς διαχωριστικές σε πολλά ζητήματα ανθρωπιάς γραμμές.
Ο Γράσος, ο Παυλάρας, ο Τζατζάς, ο Παπαγιός, ποινικοί αλλά και ο Βαγγέλης, ο «τρελός» της Μακρονήσου, η ιστορία με την Αφροδίτη, μάνα και ερωμένη μαζί. Αποτελούν ένα συνονθύλευμα περιστατικών, αναμνήσεων, συναισθημάτων, μια μαγευτική εικόνα ζωής και θανάτου. Επίσης, ένα κομμάτι της ιστορίας που σε φωνάζει να σκύψεις να το αφουγκραστείς.
Απέναντι στην ιδέα της Αριστεράς, ο Μίσσιος υπερασπίζεται όλους εκείνους που χάθηκαν, εκτελέστηκαν, άκαπνοι, αγνοί, για μια ιδέα, ένα όνειρο. Γράφει στη σελ. 14 «Ξέρεις πόσοι σύντροφοι πήγαν στο απόσπασμα χωρίς να’ χουν αγκαλιάσει κορμί γυναίκας, και πόσοι γέρασαν στις φυλακές και στις εξορίες, χωρίς να ’χουν γνωρίσει ποτέ τον έρωτα; Τι να πεις…»
Αυτό που ξαφνιάζει ιδιαιτέρως στο βιβλίο είναι η γλώσσα που χρησιμοποιεί. Είναι κυρίως η αργκό των ποινικών. Ίσως οι πολιτικοί κρατούμενοι να μη μιλούσαν έτσι. Η ομιλία τους ήταν ένα κράμα μικροαστικής ευπρέπειας και επαναστατικού ιδιωματισμού. Όμως, πώς αλλιώς θα μπορούσε να περιγράψει καλύτερα τον σκοτεινό κόσμο της φυλακής;
Ανήλικος πολιτικός κρατούμενος, είχε την τύχη (ή την ατυχία) να ζήσει πολλά χρόνια ανάμεσα σε ανήλικους ποινικούς και η δική τους γλώσσα ήταν η πιο κατάλληλη να τους αποδώσει.
Εξάλλου, οι πολιτικοί κρατούμενο αποτέλεσαν μόνο μια παρένθεση στη ζωή των φυλακών.
Και όταν λέμε γλώσσα φυλακής, ο νους μας πηγαίνει στη γλώσσα των μόνιμων ενοίκων της.
Πάνω απ’ όλα όμως ο Μίσσιος θέλει, μ’ αυτό τον τρόπο, να ξεκαθαρίσει τη θέση του απέναντι στον καθωσπρεπισμό τον προλεταριακό ασκητισμό, και την ηθική της υποκρισίας που στάθηκαν σε επίπεδο έκφρασης  αλλά και συμπεριφοράς εχθροί της αλήθειας, του ανθρώπινου αυθορμητισμού και της πραγματικότητας.
Στραγγίζοντας το κίνημα που είχε σαν βάση τον άνθρωπο από τα ανθρώπινα στοιχεία του.
Θέλει ν’ αποκαθηλώσει όλες τις στημένες καταστάσεις χωρίς όμως να καταλύει το κίνημα και τους μαχητές του.
Απομυθοποιεί την ηγεσία του κόμματος, την αποστέωσή της, την επιβολή της αυθεντίας της, την αδικαίωτη έπαρσή της (και αυτή από ανθρώπους αποτελείται). Στη θέση όλων αυτών παραθέτει το μεγαλείο. Σε ανθρώπινες πάντα διαστάσεις, των απλών ανώνυμων αγωνιστών.
Λέει στη σελ. 12 «Δηλ. ούτε λίγο ούτε πολύ, κάθε σύντροφός μας που για τον άλφα ή βήτα λόγο δεν άντεχε, γινόταν από τη μια μέρα στην άλλη ο χειρότερος ταξικός εχθρός και έτσι τον αντιμετωπίζαμε. Ανθρωπιά να σου φύγει το καφάσι. Τέλος χάσαμε πολύ κόσμο. Δεν είχαμε την παλικαριά να αναγνωρίσουμε ότι δεν ήταν δυνατόν να υπάρξει ισότητα συμπεριφοράς μέσα στην κρεατομηχανή, ύστερα από μια συντριπτική ήττα, με μια καθοδήγηση φορτωμένη λάθη και ηλιθιότητες, που απαιτούσε από τον κόσμο να πηγαίνει με ψηλά το κεφάλι στο εκτελεστικό απόσπασμα, στα βασανιστήρια, στην ισόβια φυλάκιση. Πιστεύω πως η ηλιθιότητα της καθοδήγησης δεν ήταν μόνο πολιτική. Δεν μπορούσε κατά τη γνώμη μου να καταλάβει δύο βασικά πράγματα: πρώτον, τη βαθειά αντίφαση του μαρξιστή επαναστάτη που δεν πιστεύει σε κανένα μετά θάνατο παράδεισο αλλά δίνει τη ζωή του γιατί είναι ερωτευμένος με την ίδια τη ζωή κι δεύτερο την ανάγκη που έχει κάθε άνθρωπος να βιώσει τη δική του εμπειρία μέσα στις κοινωνικές σχέσεις όπου γεννήθηκε κι διαμορφώθηκε. Τέλος, η λεγόμενη καθοδήγηση δεν μπορούσε να δει ούτε τη μύτη της, όχι το αύριο, που λένε.
Αντί να τους στηρίξει, να τους βοηθήσει λιγάκι, τους τσάκιζε πέρα για πέρα. Και παρακάτω.-Τέλος η ιστορία έδειχνε από τότε σε τι σόι κανάλι μπαίναμε…»
Περιγράφει επίσης το σύστημα πλύσης εγκεφάλου, ψυχολογικής πίεσης, εκβιασμών, βασανιστηρίων που έπιανε τον ιδεολόγο ώσπου να υπογράψει δήλωση μετάνοιας και να ενταχθεί αποκαθαρμένος στο σύστημα.
«Φαντάσου πως δεν αρκούνταν σε μια ταπεινωτική υπογραφή, σε μια δήλωση μετάνοιας, όπως την έλεγαν, αλλά υποχρέωναν τους ανθρώπους μετά από αυτό, να γράφουν ταπεινωτικά γράμματα στη μάνα τους, στον πατέρα τους, στη γυναίκα τους, στα παιδιά τους. Γράμματα που διαβάζονταν στις εκκλησίες από τους παπάδες τις Κυριακές.
Διαβάζοντας ξεχνάς τον αφηγητή, ότι έχεις να κάνεις με λογοτεχνικό κείμενο, και μένεις με την αίσθηση πως έχει μπροστά σου την τραγικότητα της Αριστεράς σ’ ένα – ένα τα κατακρεουργημένα κορμιά των αγωνιστών από τον πιο αδυσώπητο πολιτικό παροξυσμό. Κι όταν, όπως αναφέρεται στο τέλος, κάποτε τα πάθη πήγαν να καταλαγιάσουν, η σχιζοφρένεια είναι παρούσα.
Γιατί, τι άλλο μπορεί να εκφράζει αν όχι την πολιτική κι ιδεολογική σχιζοφρένεια εκείνος ο Βαγγέλης ο τρελός της Μακρονήσου, ο μορφωμένος αγωνιστής, «το ασταθές στοιχείο» κατά την καθοδήγηση που στο τέλος εκφέρει τον τραγικό του λόγο;
«Δεν λυπάμαι που πεθαίνω! Για το μόνο πράγμα που λυπάμαι, είναι ότι πεθαίνω μετά το θάνατο του ονείρου.»
Έτσι το βιβλίο κλείνει, νοηματικά, σε μια ενότητα με τον τίτλο.

από την Φωτεινή Ταμιωλάκη

Δευτέρα 28 Μαΐου 2012

Λέσχη ΣΤ-9

Την Κυριακή 27/05/2012 συζητήσαμε το βιβλίο του Χρόνη Μίσσιου "Καλα εσύ σκοτώθηκες νωρίς" (εκδόσεις Γράμματα, 1985). Την παρουσίαση έκανε η Φωτεινή Ταμιωλάκη.

Δευτέρα 30 Απριλίου 2012

Περί φωτίσεως



του ΖΟΖΕ ΣΑΡΑΜΑΓΚΟΥ

Στις δημοτικές εκλογές μίας ανώνυμης, τελείως απροσδιόριστης χώρας, το ποσοστό των λευκών ψήφων φτάνει το 83%. Οι άνθρωποι της εξουσίας χαρακτηρίζουν το γεγονός ως χτύπημα στη δημοκρατική ομαλότητα. Έτσι λοιπόν η χώρα τίθεται σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης από την αμετανόητη κυβέρνηση και τους υποστηριχτές της. Αλλά και τα κόμματα της αντιπολίτευσης δεν αλλάζουν τακτική. Το πολιτικό σύστημα αδυνατώντας να εισπράξει την μεταμέλεια των πολιτών, οι οποίοι έχουν ψηφίσει με όλους τους τύπους και νόμους, προσπαθεί να τους ενοχοποιήσει. Τα δύο μεγάλα κόμματα, δηλαδή το κόμμα της δεξιάς και το κόμμα του κέντρου, τρέπονται σε φυγή από την πρωτεύουσα της χώρας, θέτοντάς την παράλληλα σε κατάσταση πολιορκίας. Στρατός και αστυνομία έχουν πλέον αποσυρθεί. Υπάρχει μεγάλο κενό εξουσίας, όμως οι πολίτες επιδεικνύοντας μεγάλη ωριμότητα και αλληλεγγύη παίρνουν την κατάσταση στα χέρια τους, με συνέπεια η κοινωνία να συνεχίσει να λειτουργεί ομαλά. Η κυβέρνηση, αρνούμενη να κοιταχτεί στον καθρέφτη προκειμένου να εντοπίσει να ψεγάδια της, ψάχνει για έναν υποκινητή. Τον εντοπίζει στη γυναίκα του γιατρού, την ηρωίδα του «Περί τυφλότητας», βιβλίου του Σαραμάγκου όπου όλοι οι πολίτες της ίδιας πρωτεύουσας τυφλώνονται, εκτός απ’  την ίδια.  
Το μυθιστόρημα «Περί φωτίσεως» εκδόθηκε το 2004, όταν πλέον το έργο του Σαραμάγκου έπαιζε έναν ρόλο παγκόσμιας συνείδησης και εξέταζε την ανθρωπότητα συνολικά. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι όταν το 1991 ο συγγραφέας εξέδωσε το βιβλίο του «Το κατά Ιησούν Ευαγγέλιον», το οποίο αφηγείται τη ζωή του Ιησού εξανθρωπίζοντάς τον, η καθολική εκκλησία το θεώρησε βλάσφημο και η πορτογαλική κυβέρνηση εμπόδισε τη συμμετοχή του στο Ευρωπαϊκό βιβλίο Λογοτεχνίας. Έτσι ο Σαραμάγκου αυτοεξορίστηκε στο νησάκι Λανθαρότε των Κανάριων και στα επόμενα βιβλία του δεν αναφερόταν πλέον στην πορτογαλική ιστορία και ταυτότητα. Το πρώτο του μάλιστα βιβλίο έπειτα απ’ αυτήν τη σύγκρουση είναι το «Περί τυφλότητας», το οποίο εκδόθηκε το 1995.
Διαβάζοντας κανείς τα βιβλία του Σαραμάγκου παρατηρεί την ιδιαιτερότητα στην στίξη του. Τα διαλογικά μέρη δεν διαχωρίζονται με παύλες ή εισαγωγικά και η εναλλαγή των ομιλητών διακρίνεται με ένα αρχικό κεφαλαίο και κόμματα. Αυτό το προσωπικό στυλ του συγγραφέα, που στην αρχή μπορεί να δυσκολέψει τον αμύητο αναγνώστη, ύστερα από μερικές σελίδες αποκτά ρυθμό. Ιδιαίτερος είναι και ο αφηγητής του Σαραμάγκου ο οποίος παρατηρεί, σχολιάζει, σχεδόν κουτσομπολεύει.
Ως πολιτικός συγγραφέας, ο Σαραμάγκου καταπιάνεται με τα σύγχρονα προβλήματα των σημερινών κοινωνιών. Πάντως, διαβάζοντας το «Περί φωτίσεως» διαπίστωσα ένα έντονο στοιχείο φουτουρισμού. Τον έχουν αποκαλέσει άλλωστε προφήτη του μέλλοντος της ανθρωπότητας. Πολλές φορές είχε εκφράσει την αντίθεσή του στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Ήδη διαφαίνεται πως στην Ευρώπη της κρίσης, όλο και περισσότερες χώρες θα αποδοκιμάζουν έντονα το υπάρχον πολιτικό κατεστημένο. Κομμάτι βέβαια του κατεστημένου αυτού είναι και η αριστερά. Εδώ ο συγγραφέας κάνει ζαβολιές. Γνωστός σταλινικός και μέλος του σκληροπυρινικού κομμουνιστικού κόμματος, στο βιβλίο του «Περί φωτίσεως» αποδίδει ευθύνες μόνο στα κόμματα της δεξιάς και του κέντρου. Το κόμμα της αριστεράς περνά στο απυρόβλητο.  
Όταν η δημοκρατία, το καλύτερο για μένα σύστημα διακυβέρνησης μιας χώρας, παρουσιάζει σημάδια κόπωσης, το χαστούκι πρέπει να δίνεται από την κάλπη. Αυτό μας λέει και ο Σαραμάγκου. Οι «λευκαντές» δεν είναι ούτε αντιδραστικοί, ούτε ακραίοι. Δεν επιθυμούν ούτε την αναρχία, ούτε την ακυβερνησία. Είναι καθημερινοί απογοητευμένοι πολίτες, που με το να ψηφίσουν λευκό απλά εκφράζουν την αποδοκιμασία τους στην υπάρχουσα κατάσταση και ίσως με τον τρόπο τους προσπαθούν να αφυπνίσουν την εξουσία. Σε ένα βαθμό αυτό γίνεται πραγματικότητα, αφού βλέπουμε το δήμαρχο της πρωτεύουσας, τον υπουργό πολιτισμού, τον υπουργό της δικαιοσύνης και έναν επόπτη της αστυνομίας να αφουγκράζονται την κοινωνία του λευκού και τελικά να συντάσσονται μαζί της. Γι’ αυτό και θεωρώ ότι το «Περί φωτίσεως» είναι ένα ακράδαντο επιχείρημα ότι υπάρχουν άνθρωποι με αξιοπρέπεια που κάτω από τις κατάλληλες συνθήκες και περιστάσεις μπορούν να αλλάζουν προς το καλύτερο. Έτσι, πέρα απ’ την συλλογική και καθ’ όλα ειρηνική επανάσταση του 83% έχουμε και την προσωπική επανάσταση του καθενός.
Ειδικά σ’ αυτό το μυθιστόρημά του, ο πεσιμιστής Σαραμάγκου δεν θα μπορούσε να δώσει ευτυχές τέλος. Το πολιτικό σύστημα, αφού χρησιμοποιεί τις πιο ανώδυνες μεθόδους χειραγώγησης, όπως τα μέσα ενημέρωσης που βομβαρδίζουν τον πολίτη με εκβιαστικά διλλήματα για την ασφάλεια, την ιδιοκτησία και την ίδια τη δημοκρατία, δεν διστάζει να προβεί σε βρόμικα κόλπα. Κράτος, παρακράτος και αστυνομία συνεργάζονται αρμονικά, καταστρατηγώντας κάθε νομιμότητα. Αποτέλεσμα αυτού, ένα τρομοκρατικό χτύπημα και η δολοφονία της γυναίκας του γιατρού, του τέλειου εξιλαστήριου θύματος που έψαχνε η αγκιστρωμένη στην εξουσία κυβέρνηση για να επανέλθει δυναμικά στα πράγματα. Σε συμβολικό επίπεδο, η γυναίκα του γιατρού αποτελεί τον ιδανικό πολίτη. Όντας η μόνη που δεν τυφλώθηκε στο μυθιστόρημα του Σαραμάγκου «Περί τυφλότητας», κατάφερε με αξιοθαύμαστη γενναιότητα, αλληλεγγύη και ανθρωπισμό να βοηθήσει μία ομάδα τυφλών. Η ύπαρξή της αποτελεί ελπίδα για την κάθε κοινωνία.
Σκοτώνοντας λοιπόν ο συγγραφέας αυτήν την ελπίδα, σκοτώνει και την ουτοπία ενός καλύτερου κόσμου; Και μόνο το γεγονός ότι ο πληθυσμός της πόλης «φωτίζεται», όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται και στο οπισθόφυλλο, είναι για μένα στοιχείο αισιοδοξίας. Και ο Σαραμάγκου μας κλείνει πονηρά το μάτι, γιατί γνωρίζει πως αυτή η «φώτιση» θα έρθει. 

Μαρία Βρέντζου

Λέσχη ΣΤ-8

Την Κυριακή 29/04/2012 συζητήσαμε για το βιβλίο του Ζοζέ Σαραμάγκου "Περί φωτίσεως" (εκδόσεις Καστανιώτη). Την παρουσίαση έκανε η Μαρία Βρέντζου.

Τρίτη 24 Απριλίου 2012

Αναζητήσεις Β-3

Την Κυριακή 22/04/2011 πραγματοποιήθηκε η τρίτη συνάντηση των "Αναζητήσεων". Μιλήσαμε για τα κείμενα "Ουώλντεν-Πολιτική ανυπακοή-Ζώντας χωρίς αρχές-Περπατώντας" του Χένρυ Ντέηβιντ Θορώ (εκδόσεις Διεθνής Βιβλιοθήκη, Ερατώ, Κέδρος).

Δευτέρα 26 Μαρτίου 2012

Λέσχη ΣΤ-7

Την Κυριακή 25-03-2012 συζητήσαμε για το βιβλίο του Άρθουρ Καίσλερ : Το μηδέν και το άπειρο (εκδόσεις Νήσος). Την εισήγηση έκανε ο Χρίστος Μιχαλόπουλος.

Δευτέρα 5 Μαρτίου 2012

Παράλληλες Β-4

Το Σάββατο 03/03/2012 στις Παράλληλες Συναντήσεις μιλήσαμε για το βιβλίο "Γυρίστε τον γαλαξία με ώτο-στοπ" του Douglas Adams (εκδόσεις Ars Longa). Είχαμε και τις πετσέτες μας μαζί. Και φυσικά οι πόρτες της επικοινωνίας άνοιγαν με αναστεναγμούς χαράς....

Δευτέρα 20 Φεβρουαρίου 2012

Λέσχη ΣΤ-6

Στην έκτη συνάντηση της Λ.Α.Η., την Κυριακή 19-02-2012, μιλήσαμε για το βιβλίο του Ζοζέ Σαραμάγκου "Κάιν". Την εισήγηση έκανε ο Μανώλης Κυριακάκης.