Τετάρτη, 30 Μαΐου 2012

Καλά εσύ σκοτώθηκες νωρίς

του Χρόνη Μίσσιου

Ο Χρόνης Μίσσιος γεννήθηκε στην Καβάλα. Οι γονείς του ήταν καπνεργάτες και το επάγγελμά τους άσκησε και ο ίδιος από τα παιδικά του χρόνια. Έζησε σε συνθήκες φτώχιας, τόσο στη γενέτειρά του όσο και στη συνέχεια στη Θεσσαλονίκη.
Για οικονομικούς λόγους δεν μπόρεσε να τελειώσει ούτε το δημοτικό σχολείο (έφτασε μέχρι τη δεύτερη τάξη). Αυτό τον κατέστησε αναλφάβητο, αλλά σε καμία περίπτωση αμόρφωτο. Η γοητεία των λέξεων τον συνεπαίρνει και βυθίζεται στην κατάκτηση αυτής της γνώσης.
Όπως ο ίδιος αναφέρει, στις δύσκολες συνθήκες της φυλάκισής του μαθαίνει γράμματα, βοηθούμενος από τον συγκρατούμενό του ποιητή Μ. Αναγνωστάκη.
Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής, παιδί ακόμα, εντάχθηκε στην Αντίσταση και το 1947 καταδικάστηκε σε θάνατο για τη συμμετοχή τους τον εμφύλιο πόλεμο ως μέλος του 1ου Δημοκρατικού Στρατού Νέων. Τελικά δεν εκτελέστηκε, έμεινε όμως φυλακισμένος ως το 1953 και από το 1962, εκτελώντας τη στρατιωτική του θητεία, έζησε εξόριστος στη Μακρόνησο και τον Άη Στράτη. Σε διάφορες φυλακές έζησε και κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής  χούντας. Η ελεύθερη ζωή του άρχισε ουσιαστικά ξανά με την μεταπολίτευση.
Σήμερα ζει έξω απ’ την Αθήνα, έχει αποσυρθεί από την πολιτική δράση και συμμετέχει σε οικολογικές κινήσεις.
Άνθρωπος, πάντα ερωτευμένος με τη ζωή, ψηλαφίζει με την ήρεμη ματιά του σήμερα όσα έζησε τότε. Αναφέρει σε συνέντευξή του στον «Ταχυδρόμο»: Πιστεύαμε κάποιοι ρομαντικοί τότε ότι μπορούσαμε να φτιάξουμε κάτι όμορφο και ιδιαίτερο, αλλά όπως έχει πει ο Δαντών, «Τα βήματα της ανθρωπότητος είναι οι ταφόπλακες των ρομαντικών.» Είμαστε θαρρώ η τελευταία γέννα των ρομαντικών. Είχαμε ένα μύθο, πιστεύαμε μια ιδεολογία.
Γι’ αυτή θυσιάζαμε και τη ζωή μας ακόμα. Για μια καλύτερη ανθρωπότητα, για μια ομορφότερη κοινωνία. Ε! Αποδείχτηκε ότι το όραμα της ιδανικής κοινωνίας που παλεύαμε δεν ήταν δυνατό να πραγματοποιηθεί, διότι η συνείδηση των ανθρώπων, και όταν λέω συνείδηση εννοώ παιδεία, βαθειά παιδεία, δεν ήταν στο επίπεδο του πολιτισμού που έπρεπε να δημιουργήσει.
Έτσι ξανακαβάλησε η εξουσία και μ’ όλα τα προσχήματα, νόμιμα ή παράνομα, εγκαθίδρυσε ένα καινούριο καθεστώς χειρότερο από εκείνο που προϋπήρχε. Αυτό σε παγκόσμιο επίπεδο».
Στο χώρο της λογοτεχνίας εμφανίστηκε σε μεγάλη ηλικία το 1985 με το βιβλίο που διαβάσαμε.
«…Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς»
Από τον τίτλο ακόμα ο αναγνώστης αποκτά μια σαφή αντίληψη της οπτικής του συγγραφέα απέναντι στα περιστατικά της ζωής του και στα κοινωνικά – πολιτικά συμβάντα.
Δεν θα μπορούσε ίσως να υπάρξει πιο πετυχημένη έκφραση της οδύνης, της πίκρας, της απογοήτευσής του. Αλλά και μια προειδοποίηση, ότι θα πει τα πιο τραγικά πράγματα μ’ αυτόν τον ανάλαφρο τρόπο. «…Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς». Με άλλα λόγια «Τυχερέ εσύ, ξεμπέρδεψες γρήγορα και έτσι δεν είδες και ενδεχομένως δεν βίωσες».
Ολοφάνερη η τραγική ειρωνεία που σαν πνεύμα και διάθεση περνάει όλη την αφήγηση από την αρχή μέχρι το τέλος. Μιας που αυτή η αφήγηση απευθύνεται στο νεκρό φίλο και σύντροφο, στον απόντα! Σ’ αυτούς γράφει, σ’ αυτούς καταθέτει.
Όσοι κουβαλάνε τις ίδιες ή παραπλήσιες τραυματικές εμπειρίες πόσες φορές δεν έχουν καταφύγει στην ανακουφιστική δύναμη αυτού του τραγικού μακαρισμού για τους «έγκαιρα» χαμένους, που ο θάνατος τους γλύτωσε από κάθε είδους αθλιότητες.
Το βιβλίο ρίχνει φως στη σκοτεινή περίοδο που ακολούθησε την ήττα των Ελ. Κουμουνιστών και του Δ.Σ. στον εμφύλιο, την αγριότητα με την οποία οι νικητές καταδίωξαν, φυλάκισαν, βασάνισαν και πολλούς εκτέλεσαν.
Αφηγείται τις εμπειρίες του συγγραφέα, ανήλικος τότε, πολιτικός κρατούμενος σε διάφορες φυλακές: στο Γεντί Κουλέ, στην Κέρκυρα, στη Βίδος, από το τέλος του Β΄ Π.Π και του Εμφυλίου και φτάνει ως τη χούντα το 1973.
Ο Μίσσιος, Θεσσαλονικιός στην καταγωγή αλλά και στη νοοτροπία, απλός, ανόθευτος, μάγκας, «καρντάσης», περιγράφει τον σκοτεινό χώρο της φυλακής χωρίς καθωσπρεπισμούς, χωρίς ανούσιους εντυπωσιασμούς, χωρίς υποδείγματα ανθρώπινης συμπεριφοράς.
Δίνει τους ανθρώπους στις φυσικές τους διαστάσεις. Με κρίση και αισθήματα αληθινά.
Έχεις την αίσθηση πως όλα βγαίνουν από μέσα του με ένα χειμαρρώδη τρόπο, αυθόρμητα, ανεξέλεγκτα. Έχουν τη μορφή του «Να τα πω να ξεσκάσω».
Οι σκηνές της φυλακής έχουν τέτοια αυθεντικότητα, έτσι που ο αναγνώστης θέλει δε θέλει τις ζει, τις εμπεδώνει. Η στιγμή που ο νεαρός Σαλονικιός κλαίει όλο πίκρα για το χαλασμένο από το χέρι του δεσμοφύλακα χαμομήλι, που πέταξε στο κρύο ντουβάρι της φυλακής, δεν είναι φαντασία ενός συγγραφέα. Είναι πραγματικότητα. Είναι η ίδια η ζωή.
Σε πιάνει μια στεναχώρια όταν περιγράφει στιγμές συνάντησης με φίλους από τα παλιά, συντρόφους αλλά και ποινικούς κρατούμενους. Όλοι μαζί ένα κουβάρι, χωρίς διαχωριστικές σε πολλά ζητήματα ανθρωπιάς γραμμές.
Ο Γράσος, ο Παυλάρας, ο Τζατζάς, ο Παπαγιός, ποινικοί αλλά και ο Βαγγέλης, ο «τρελός» της Μακρονήσου, η ιστορία με την Αφροδίτη, μάνα και ερωμένη μαζί. Αποτελούν ένα συνονθύλευμα περιστατικών, αναμνήσεων, συναισθημάτων, μια μαγευτική εικόνα ζωής και θανάτου. Επίσης, ένα κομμάτι της ιστορίας που σε φωνάζει να σκύψεις να το αφουγκραστείς.
Απέναντι στην ιδέα της Αριστεράς, ο Μίσσιος υπερασπίζεται όλους εκείνους που χάθηκαν, εκτελέστηκαν, άκαπνοι, αγνοί, για μια ιδέα, ένα όνειρο. Γράφει στη σελ. 14 «Ξέρεις πόσοι σύντροφοι πήγαν στο απόσπασμα χωρίς να’ χουν αγκαλιάσει κορμί γυναίκας, και πόσοι γέρασαν στις φυλακές και στις εξορίες, χωρίς να ’χουν γνωρίσει ποτέ τον έρωτα; Τι να πεις…»
Αυτό που ξαφνιάζει ιδιαιτέρως στο βιβλίο είναι η γλώσσα που χρησιμοποιεί. Είναι κυρίως η αργκό των ποινικών. Ίσως οι πολιτικοί κρατούμενοι να μη μιλούσαν έτσι. Η ομιλία τους ήταν ένα κράμα μικροαστικής ευπρέπειας και επαναστατικού ιδιωματισμού. Όμως, πώς αλλιώς θα μπορούσε να περιγράψει καλύτερα τον σκοτεινό κόσμο της φυλακής;
Ανήλικος πολιτικός κρατούμενος, είχε την τύχη (ή την ατυχία) να ζήσει πολλά χρόνια ανάμεσα σε ανήλικους ποινικούς και η δική τους γλώσσα ήταν η πιο κατάλληλη να τους αποδώσει.
Εξάλλου, οι πολιτικοί κρατούμενο αποτέλεσαν μόνο μια παρένθεση στη ζωή των φυλακών.
Και όταν λέμε γλώσσα φυλακής, ο νους μας πηγαίνει στη γλώσσα των μόνιμων ενοίκων της.
Πάνω απ’ όλα όμως ο Μίσσιος θέλει, μ’ αυτό τον τρόπο, να ξεκαθαρίσει τη θέση του απέναντι στον καθωσπρεπισμό τον προλεταριακό ασκητισμό, και την ηθική της υποκρισίας που στάθηκαν σε επίπεδο έκφρασης  αλλά και συμπεριφοράς εχθροί της αλήθειας, του ανθρώπινου αυθορμητισμού και της πραγματικότητας.
Στραγγίζοντας το κίνημα που είχε σαν βάση τον άνθρωπο από τα ανθρώπινα στοιχεία του.
Θέλει ν’ αποκαθηλώσει όλες τις στημένες καταστάσεις χωρίς όμως να καταλύει το κίνημα και τους μαχητές του.
Απομυθοποιεί την ηγεσία του κόμματος, την αποστέωσή της, την επιβολή της αυθεντίας της, την αδικαίωτη έπαρσή της (και αυτή από ανθρώπους αποτελείται). Στη θέση όλων αυτών παραθέτει το μεγαλείο. Σε ανθρώπινες πάντα διαστάσεις, των απλών ανώνυμων αγωνιστών.
Λέει στη σελ. 12 «Δηλ. ούτε λίγο ούτε πολύ, κάθε σύντροφός μας που για τον άλφα ή βήτα λόγο δεν άντεχε, γινόταν από τη μια μέρα στην άλλη ο χειρότερος ταξικός εχθρός και έτσι τον αντιμετωπίζαμε. Ανθρωπιά να σου φύγει το καφάσι. Τέλος χάσαμε πολύ κόσμο. Δεν είχαμε την παλικαριά να αναγνωρίσουμε ότι δεν ήταν δυνατόν να υπάρξει ισότητα συμπεριφοράς μέσα στην κρεατομηχανή, ύστερα από μια συντριπτική ήττα, με μια καθοδήγηση φορτωμένη λάθη και ηλιθιότητες, που απαιτούσε από τον κόσμο να πηγαίνει με ψηλά το κεφάλι στο εκτελεστικό απόσπασμα, στα βασανιστήρια, στην ισόβια φυλάκιση. Πιστεύω πως η ηλιθιότητα της καθοδήγησης δεν ήταν μόνο πολιτική. Δεν μπορούσε κατά τη γνώμη μου να καταλάβει δύο βασικά πράγματα: πρώτον, τη βαθειά αντίφαση του μαρξιστή επαναστάτη που δεν πιστεύει σε κανένα μετά θάνατο παράδεισο αλλά δίνει τη ζωή του γιατί είναι ερωτευμένος με την ίδια τη ζωή κι δεύτερο την ανάγκη που έχει κάθε άνθρωπος να βιώσει τη δική του εμπειρία μέσα στις κοινωνικές σχέσεις όπου γεννήθηκε κι διαμορφώθηκε. Τέλος, η λεγόμενη καθοδήγηση δεν μπορούσε να δει ούτε τη μύτη της, όχι το αύριο, που λένε.
Αντί να τους στηρίξει, να τους βοηθήσει λιγάκι, τους τσάκιζε πέρα για πέρα. Και παρακάτω.-Τέλος η ιστορία έδειχνε από τότε σε τι σόι κανάλι μπαίναμε…»
Περιγράφει επίσης το σύστημα πλύσης εγκεφάλου, ψυχολογικής πίεσης, εκβιασμών, βασανιστηρίων που έπιανε τον ιδεολόγο ώσπου να υπογράψει δήλωση μετάνοιας και να ενταχθεί αποκαθαρμένος στο σύστημα.
«Φαντάσου πως δεν αρκούνταν σε μια ταπεινωτική υπογραφή, σε μια δήλωση μετάνοιας, όπως την έλεγαν, αλλά υποχρέωναν τους ανθρώπους μετά από αυτό, να γράφουν ταπεινωτικά γράμματα στη μάνα τους, στον πατέρα τους, στη γυναίκα τους, στα παιδιά τους. Γράμματα που διαβάζονταν στις εκκλησίες από τους παπάδες τις Κυριακές.
Διαβάζοντας ξεχνάς τον αφηγητή, ότι έχεις να κάνεις με λογοτεχνικό κείμενο, και μένεις με την αίσθηση πως έχει μπροστά σου την τραγικότητα της Αριστεράς σ’ ένα – ένα τα κατακρεουργημένα κορμιά των αγωνιστών από τον πιο αδυσώπητο πολιτικό παροξυσμό. Κι όταν, όπως αναφέρεται στο τέλος, κάποτε τα πάθη πήγαν να καταλαγιάσουν, η σχιζοφρένεια είναι παρούσα.
Γιατί, τι άλλο μπορεί να εκφράζει αν όχι την πολιτική κι ιδεολογική σχιζοφρένεια εκείνος ο Βαγγέλης ο τρελός της Μακρονήσου, ο μορφωμένος αγωνιστής, «το ασταθές στοιχείο» κατά την καθοδήγηση που στο τέλος εκφέρει τον τραγικό του λόγο;
«Δεν λυπάμαι που πεθαίνω! Για το μόνο πράγμα που λυπάμαι, είναι ότι πεθαίνω μετά το θάνατο του ονείρου.»
Έτσι το βιβλίο κλείνει, νοηματικά, σε μια ενότητα με τον τίτλο.

από την Φωτεινή Ταμιωλάκη