Τετάρτη, 9 Απριλίου 2014

Ασκητική


Η ασκητική του Ν. Καζαντζάκη γράφτηκε στην Βιέννη στα 1922 και  συμπληρώθηκε στο Βερολίνο στα 1923. Δημοσιεύεται αρχικά στο περιοδικό Αναγέννηση (Ιούλιος Αύγουστος 1927) με τον τίτλο «Salvatores Dei. Ασκητική»
Στα 1928 προσθέτει το κεφάλαιο «Σιγή» ακολουθούν διάφορες διορθώσεις μέχρι το 1944 και επανεκδίδεται το 1945 από άγνωστο εκδότη στην Αθήνα. Σήμερα φτάνει στα χέρια μας από τις εκδόσεις ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ ( ΠΑΤΡΟΚΛΟΣ ΣΤΑΥΡΟΥ)
Ο αναγνώστης από την αρχή παρασύρεται από την ποιητική φόρμα και τις λυρικές φράσεις του κειμένου. Έντονα αναδύεται το υπαρξιακό πρόβλημα του συγγραφέα. Καταπιάνεται με τον Θεό ή ότι πιστεύει ότι είναι ο Θεός, με τον άνθρωπο, την φύση, την ανθρωπότητα τις υποχρεώσεις και τις αλληλοσυσχετίσεις  όλων αυτών μεταξύ τους. Σε ξεχωριστό κεφάλαιο αναπτύσσει την ΠΡΑΞΗ σαν το μέσο για την υλοποίηση της θεωρίας.
Ο δυισμός και τα αντίθετα υπάρχουν παντού στο βιβλίο. Συχνά αναπτύσσει τρεις λόγους για να υποστηρίξει τις σκέψεις του. Τα αντίθετα: φως, σκοτάδι, μέσα μας, όξω μας, Σύμπαντο, χάος, αόρατο, ορατό, νους,  καρδιά, ψυχή, ζωή, θάνατος, χρέος, ανεξαρτησία, χαρά, απελπισία, παιδικοί φόβοι, φωνές, σιγή,  ιδέες και πάθη, ευθύνη, ελευθερία, ανήφορος, κατήφορος, οι πρόγονοι και οι αγέννητοι απόγονοι, κυριαρχούν.
Δύο πράγματα συνθέτουν τα αντίθετα η Πράξη και η Σιγή. Με τον αγώνα κατακτιέται το όραμα με την πράξη εξασφαλίζεται το αποτέλεσμα. Αναπτύσσει το κάθε δυικό στοιχείο άτακτα επαναλαμβανόμενα, χρησιμοποιεί την σκέψη του μετατρέποντας τη σε  πνεύμα σαν να υπάρχει.           Η αναζήτηση αρχίζει από το προϋπάρχον γνωστό, γίνεται  υπαρκτό για να μετουσιωθεί και στο τέλος να αμφισβητηθεί με μια βασανιστική προσωπική μυστικιστική επεξεργασία.
Όλες τις μεταφυσικές ανησυχίες φαίνεται να στεριώνουν να γίνονται βάσεις ενός ακραίου υπερβολικού ρομαντισμού. Σε όλες τις μεταφυσικές αναζητήσεις διατηρεί τουλάχιστο ένα αποκούμπι για το τέλος  κάτι σαν μίτο «για να μην χαθεί».
Οι ποσότητες ενέργειας που στην κάθε προσπάθεια  καταναλώνονται αντλούνται από  τον φόβο και την αγωνία για να εξυπηρετήσουν το εγώ του συγγραφέα  και μαζί με το εγώ σώζεται και η ανθρωπότητα. Σώζοντας τον εαυτό μας σώζεται ο θεός, αποπληρώνεται το χρέος. Και όσο ο φόβος και η αγωνία δεν καταστέλλονται ανατροφοδοτούν με ενέργεια το νου και την  σκέψη για νέα  αμφισβήτηση.   
Η ματαιότητα ενυπάρχει μυστικιστικά αλλά και το δέος για ότι έγινε και για ότι δεν έγινε, για ότι προσδοκάμε και ότι φοβόμαστε. Ζητά να πιαστεί από το σήμερα να χρησιμοποιήσει το χθες να φτάσει στο αύριο, καταλήγοντας πως το  χθες το σήμερα το αύριο είναι ένα. Ο χρόνος.
Μπορούσε άραγε ο συγγραφέας να αποβάλει την κληρονομιά του από τον  Μίνωα, τις φωνές από τις συνεχείς σφαγές των επαναστάσεων της παιδικής του ηλικίας, της καταπίεσης  της οργής αλλά και της ελπίδας, της σύγχυσης και των συγκρούσεων  εκείνων των ταραγμένων χρόνων στις πρώτες δεκαετίες του εικοστού αιώνα στην Ελλάδα.
Ο ίδιος λέει πως η δική του συνταγή είναι να τα απιθώσεις στο χαρτί να γίνουν φλόγες, όχι για να καούν αλλά για να ανθήσουν.


Παρουσίαση στη Λέσχη Ανάγνωσης Ηρακλείου Απρίλιος 2014 Ζερβάκης Γιάννης