Πέμπτη, 12 Νοεμβρίου 2015

Οι πρόγονοί μας

του ΙΤΑΛΟ ΚΑΛΒΙΝΟ

    Μυθιστορήματα που δίνουν την αίσθηση του παραμυθιού, για κάποιους ανήκουν στο ρεύμα του μαγικού ρεαλισμού, καθώς πολλά εξωπραγματικά στοιχεία, βασικά για την πλοκή του έργου, αναμειγνύονται σε μια ρεαλιστική αφήγηση. Υπάρχουν λίγα στοιχεία ιστορικού μυθιστορήματος, κυρίως όμως παραπέμπει σε μεσαιωνικά, ιπποτικά μυθιστορήματα, χωρίς πραγματικά να είναι κάτι τέτοιο. Οι φιλοσοφικές αναζητήσεις και τα κοινωνικά μηνύματα, συγκεκαλυμμένα αλλά ξεκάθαρα στο κείμενο, κρύβονται στις αλληγορίες, τις πλούσιες μεταφορές, τις αντιθέσεις και τα παράδοξα: «Θα μάθει κι αυτός...ούτε κι εμείς ξέραμε ότι υπήρχαμε στον κόσμο...ακόμα και να υπάρχεις μαθαίνεις »(σελ. 463). « Η σελίδα είναι όμορφη μόνο όταν τη γυρίζεις κι υπάρχει πίσω της η ζωή που σπρώχνει κι ανακατεύει όλα τα φύλλα του βιβλίου.(σελ. 474)».

Βιογραφικά στοιχεία

  • Ο Ίταλο Καλβίνο γεννήθηκε στις 15 Οκτωβρίου 1923 και πέθανε στις 19 Σεπτεμβρίου του 1985.Ιταλός πεζογράφος, δοκιμιογράφος και δημοσιογράφος, θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους Ιταλούς λογοτέχνες του 20ού αιώνα.
·         Γεννήθηκε στο Σαντιάγο δε Λας Βέγκας στην Κούβα αλλά σε νεαρή ηλικία εγκαταστάθηκε με τους γονείς του στην Ιταλία. Ήταν γιος των βοτανολόγων, Μάριο κι Εβελίνα (Μαμέλι) και αδερφός του Φλοριάνο, σπουδαίου γεωλόγου.
·         Ο πατέρας , κατά τα λεγόμενα του Ιταλο, στα νιάτα του είχε ενστερνιστεί τις ιδέες του Κροπότκιν και υπήρξε οπαδός του κοινωνικού ρεφορμισμού. Η μητέρα του ήταν πασιφίστρια  και οι δυο τους πολύ διαφορετικές προσωπικότητες, κάτι που ίσως υποδεικνύει εντάσεις σε ένα άνετο αλλά αυστηρό μεσοαστικό περιβάλλον ανατροφής χωρίς εμφανείς συγκρούσεις.
·         Το 1925, δύο χρόνια μετά τη γέννηση του, η οικογένειά του επέστρεψε στην Ιταλία και εγκαταστάθηκε στο Σαν Ρέμο της ιταλικής Ριβιέρα, στην Ακτή της Λιγυρίας, για περίπου 20 χρόνια.  Η οικογένεια μοίραζε το χρόνο της ανάμεσα στη Βίλλα Μεριντιάνα, έναν πειραματικό ανθοκομικό σταθμό που ήταν ταυτόχρονα και σπίτι τους, και το πατρογονικό κτήμα του πατέρα στο San Giovanni Battista.  Τα απέραντα δάση και η  πανταχού παρών πλούσια πανίδα στο πρώιμο έργο του συγγραφέα, όπως ο Αναρριχώμενος Βαρόνος, προέρχεται από αυτή την κληρονομιά. Σε μια συνέντευξή του αναφέρει ότι «το Σαν Ρέμο εξακολουθεί να ξεπετάγεται στα βιβλία μου στα πιο διαφορετικά κομμάτια της γραφής». Αυτός και ο αδελφός του ο Φλοριάνο (γεννημένος το 1927), σκαρφάλωναν στα δέντρα της περιοχής και ξόδευαν τις ώρες τους διαβάζοντας περιπέτειες στα αγαπημένα τους βιβλία.


  • Οι γονείς του, που τοποθετούνταν ενάντια στο φασισμό και υπέρ της ελεύθερης σκέψης, αρνήθηκαν να του δώσουν οποιαδήποτε θρησκευτική εκπαίδευση. Στο σχολείο εξαιρέθηκε από τα θρησκευτικά μαθήματα με παρέμβαση των γονιών του, αλλά αναγκάστηκε να δικαιολογήσει την αντικομφορμιστική του στάση. Ο ίδιος περιγράφει την εμπειρία ως σωτήρια καθώς τον έκανε πιο ανεκτικό στις απόψεις των άλλων, ειδικά όσον αφορά τη θρησκεία, καθώς θυμόταν πόσο ενοχλητικό ήταν να τον χλευάζουν επειδή δεν ακολουθούσε τις πεποιθήσεις της πλειοψηφίας.

·         Συναντήθηκε με τον Εουτζένιο Σκάλφαρι, μετέπειτα πολιτικό κι ιδρυτή της εφημερίδας La Republica, ο οποίος κι έγινε φίλος του. Το 1941 μετακομίζει στο Τορίνο αφού πέρασε κάποιο διάστημα και στο Μιλάνο. Το 1943 μπαίνει στους παρτιζάνους της ιταλικής αντίστασης, στη ταξιαρχία Γαριβάλδι και μαζί με τον Σκάλφαρι δημιουργούνε τη ΜUL (Movemend Universitarian Liberal). Έπειτα προσχωρεί στο κομμουνιστικό κόμμα.

·          Ο Καλβίνο εγκαταστάθηκε στο Τορίνο το 1945 και εγκατέλειψε τη Γεωπονία για τις τέχνες. Η φρίκη του πολέμου είχε αποτελέσει το υλικό από το οποίο άντλησε για το λογοτεχνικό του έργο και παράλληλα ενδυνάμωσε την αφοσίωσή του στην κομμουνιστική ιδεολογία. Έβλεπε τη ζωή του ως πολίτη σαν συνέχεια του αγώνα των παρτιζάνων και εντάσσεται στο Κομμουνιστικό Κόμμα της Ιταλίας. Το 1947, αποφοίτησε ολοκληρώνοντας το μεταπτυχιακό του, το οποίο αφορούσε τον Joseph Conrad και εργάζεται στην αριστερή εφημερίδα L' Unita. Παράλληλα μπαίνει στον εκδοτικό οίκο Εϊνάντι όπου εργάζονται επίσης οι Cesare Pavese, Natalia Ginzburg, Norberto Bobbio, Elio Vittorini. Με τον τελευταίο γράφει το εβδομαδιαίο Ιλ Πολυτέκνικο, περιοδικό τέχνης, του πανεπιστημίου.  Βρισκόταν σε τακτική επαφή με τον Cesare Pavese, την Natalia Ginzburg, το Norberto Bobbio και πολλούς άλλους αριστερούς διανοούμενους και συγγραφείς. Ο Pavese  και ο ποιητής Alfonso Gatto ήταν οι πιο κοντινοί φίλοι του και μέντορές του.  Αφήνει όμως και τον εκδοτικό οίκο για να ασχοληθεί πιο εντατικά με την Unita και με τη νέα κομμουνιστική εφημερίδα Rinascita. Το 1950 συνεργάζεται ξανά με τον Εϊνάντι κι αναλαμβάνει υπεύθυνος του λογοτεχνικού τμήματος. Το 1951, προφανώς για να προαχθεί στους κόλπους του Κομμουνιστικού Κόμματος, πέρασε δύο μληνες στη σοβιετική ένωση ως ανταποκριτής της εφημερίδας l'Unità,κερδίζοντας το βραβείο the Saint-Vincent Prize, για τη δημοσιογραφία.
·         Το 1952 γράφει, μαζί με τον Τζόρτζιο Μπαζάνι στο μαρξιστικό εβδομαδιαίο περιοδικό Botteghe Oscure. Απο το 1955 ως το 1958 συνάπτει ερωτική σχέση με την Ιταλίδα ηθοποιό Elsa De Giorgi, μια παντρεμένη γυναίκα, μεγαλύτερη από τον ίδιο. Αποσπάσματα από τα εκατοντάδες ερωτικά γράμματά του προς εκείνη δημοσιεύτηκαν στην Corriere della Sera το 2004 προκαλώντας διαμάχες και συζητήσεις.
·         Το 1957 αφήνει το κομμουνιστικό κόμμα απογοητευμένος από τη Σοβιετική εισβολή στην Ουγγαρία, και το γράμμα της παραίτησής του δημοσιεύεται στην Unita. Επισκέπτεται τις ΗΠΑ όπου παραμένει για 6 μήνες, κυρίως στη Νέα Υόρκη, ύστερα από πρόσκληση του ιδρύματος Φορντ. Εντυπωσιάζεται από τον Νέο Κόσμο. Ύστερα από λίγα χρόνια παντρεύεται την Αργεντινή μεταφράστρια Έσθερ Σίνγκερ  ("Chichita"), που 'χε γνωρίσει στις ΗΠΑ κι ο γάμος γίνεται στην Αβάνα, στη διάρκεια ενός ταξιδιού στην γενέτειρά του όπου συνάντησε και τον Ερνέστο Τσε Γκεβάρα. Στις 15 Οκτωβρίου του1967, λίγες μέρες μετά το θάνατο του Γκεβάρα, ο Καλβίνο έγραψε ένα αφιέρωμα σε αυτόν το οποίο δημοσιεύτηκε στην Κούβα το 1968 και στην Ιταλία τριάντα χρόνια αργότερα. Αυτός και η σύζυγός του εγκαταστάθηκαν στη Ρώμη, στην οδό  Monte Brianzo όπου γεννήθηκε η κόρη τους το 1965.

·         Κατα τη διάρκεια Γαλλικού Μάη του '68  έχει μετακομίσει με την οικογένειά του στο Παρίσι όπου γνωρίζει κι επηρεάζεται από τον Ρεημόντ Κενώ, ο οποίος τον προσκαλεί να συμμετάσχει στην  OULiPo (OUvroir de Litterature Potentielle). Πρόκειται για μια ομάδα συγραφέων που πειραματίζονται, όπου έρχεται σε επαφή και με τους Ρολάν Μπαρτ και Κλωντ Λεβί-Στρως. Ενδιαφέρεται για τους κλασικούς: Λουντοβίκο Αριόστο, Ονορέ ντε Μπαλζάκ, Δάντη, Ιγνάτιο Λογιόλα, Θερβάντες, Σαίξπηρ, Συρανό Ντε Μπερζεράκ και Τζιάκομο Λεοπάρντι. Το 1973, διατηρώντας την επαφή με την Ιταλία, γράφοντας νουβέλες για την ιταλική έκδοση του περιοδικού Playboy και για την εφημερίδα Κοριέρε Ντε Λα Σέρα. Το 1975 γίνεται επίτιμο μέλος της Αμερικανικής Ακαδημίας και την επόμενη χρονιά κερδίζει το βραβείο για την Ευρωπαϊκή Λογοτεχνία. Επισκέπτεται Ιαπωνία και Μεξικό, καθώς επίσης κι αρκετές αμερικάνικες πόλεις, δίνοντας διαλέξεις. Το 1981 κερδίζει το γαλλικό παράσημο της Λεγεώνας της Τιμής.
·         Στις 19 Σεπτέμβρη του 1985 πεθαίνει στη Σιένα, στο παλιό νοσοκομείο της Αγίας Μαρίας Σκάλα, σε ηλικία μόλις 62 ετών.


ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΟ ΕΡΓΟ

  • Όταν ήταν παιδί, του άρεσε το Βιβλίο της Ζούγκλας του Rudyard Kipling. Αισθανόταν κι ο ίδιος, όπως ο ήρωας της ιστορίας του συγγραφέα (Μπεε, μπεε, μαύρο πρόβατο) οτι το πρώιμο ενδιαφέρον του για τις ιστορίες τον καθιστούσε το μαύρο πρόβατο μιας οικογένειας που έδινε μεγαλύτερη βαρύτητα και εκτίμηση στις επιστήμες και λιγότερη στη λογοτεχνία.

  • Πρωτοεμφανίστηκε στα ιταλικά γράμματα το 1947 με το μυθιστόρημα "Το μονοπάτι με τις αραχνοφωλιές" (κέρδισε το Premio Riccione με πωλήσεις 5000 αντιτύπων, πρωτοφανές στη μεταπολεμική Ιταλία) με θέμα την Αντίσταση, θέμα που πραγματεύεται και στο επόμενο βιβλίο του, μια συλλογή από διηγήματα με γενικό τίτλο "Τελευταίο έρχεται το κοράκι". Ακολουθεί η τριλογία που τον έκανε διάσημο, τρία σύντομα μυθιστορήματα που συνθέτουν τον κύκλο "Οι πρόγονοί μας: Ο διχασμένος υποκόμης", "Ο αναρριχώμενος βαρόνος" και "Ο ανύπαρκτος ιππότης". Ακολουθεί, το 1956, μια συλλογή ιταλικών λαϊκών παραμυθιών που μετέγραψε ο συγγραφέας με τον τίτλο "Ιταλικοί μύθοι", ενώ δυο χρόνια αργότερα εκδίδει τα "Διηγήματα", συλλογή που περιέχει και την πολύ γνωστή ενότητα διηγημάτων "Οι δύσκολοι έρωτες". Ακολουθούν δύο σύντομα μυθιστορήματα, το "Μαρκοβάλντο ή οι εποχές στην πόλη" και το "Η μέρα ενός εκλογικού αντιπροσώπου" (1963) που ολοκληρώνουν τη "νεορεαλιστική" του φάση. Το 1965 και το 1967 εκδίδει δύο συλλογές "φανταστικών" διηγημάτων με τίτλους "Τα κοσμοκωμικά" και "Ταυ με μηδέν", ενώ το 1969 εκπλήσσει όλο τον κόσμο με το "Κάστρο των διασταυρωμένων πεπρωμένων". Ακολουθούν τα έργα "Οι αόρατες πόλεις" (1972), "Αν μια νύχτα του χειμώνα ένας ταξιδιώτης" (1979) και "Πάλομαρ" (1983). Μετά το θάνατό του εκδόθηκαν τα έργα "Κάτω απ' τον ιαγουάρο ήλιο", "Σχετικά με το παραμύθι" (δοκίμιο), "Αμερικανικά μαθήματα" (δοκίμιο), "Ο δρόμος του Σαν Τζιοβάνι", "Γιατί να διαβάζουμε τους κλασικούς" (δοκίμιο) και "Πριν να πεις "εμπρός".

  •  Τον Λάτρευαν, στη Βρετανία και τις Ηνωμένες Πολιτείες, ήταν ο πιο μεταφρασμένος σύγχρονος - Ιταλός συγγραφέας κατά τη στιγμή του θανάτου του , και σημείωσε υποψήφιος για το βραβείο Νόμπελ για τη λογοτεχνία .
  • Νεορεαλισμός, μεταμοντερνισμός

  • Παράλληλα με τη λογοτεχνική του δραστηριότητα ο Καλβίνο ανέπτυξε και τη δραστηριότητα του δοκιμιογράφου. Τον απασχόλησαν θεωρητικά προβλήματα όπως οι σχέσεις της λογοτεχνίας με τη φιλοσοφία και την επιστήμη, η εξέλιξη και οι τάσεις του σύγχρονου μυθιστορήματος, οι διαφορές ανάμεσα στη γλώσσα της ποίησης και της πολιτικής.

·         Τα Αμερικάνικα μαθήματα είναι το τέταρτο και τελευταίο θεωρητικό βιβλίο του και αποτελεί­ται από πέντε διαλέξεις με θέμα τη λογοτεχνία, τις οποίες επρόκειτο να δώσει κατά το ακαδημαϊκό έτος 1985-1986 ο καλεσμένος στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ Ιταλός συγγραφέας.
·         Εν είδει πνευματικής διαθήκης, ο Καλβίνο εδώ αναλύει, περιγράφει, υποδεικνύει πέντε ιδιότητες που πρέπει να διαφυλάξει η λογοτεχνία: την ελαφρότητα, την ταχύτητα, την ακρίβεια, την οπτικότητα και την πολλαπλότητα. Επιχειρεί ένα είδος απολογισμού της πορείας της λογοτεχνίας και αφήνει να διαφανούν οι λεπτές σχέσεις που συνδέουν τα δικά του αφηγηματικά έργα με κείμενα αγαπημένων του συγγραφέων όπως οι Μπόρχες, Περέκ, Κενώ, Λεοπάρντι. Συγχρόνως κάνει έναν απολογισμό της μακρόχρονης ιστορίας του ανθρώπινου πολιτισμού μέσα από τις νεωτερικές επιστημονικές θεωρίες του Γαλιλαίου περί σύμπαντος, τη «φυσική φιλοσοφία» της ιταλικής Αναγέννησης του Καμπανέλλα και του Μπρούνο αλλά και τις ανακαλύψεις της σύγχρονης επιστήμης: τα quarks, τα «μηνύματα DNA», τα bits της πληροφορικής…
  • Η ποιητική του είναι παλινδρομική, χωρίς δογματισμούς, και δεν προσφέρει οριστικές εξηγήσεις ή βεβαιότητες, ενώ συνάμα αποδεικνύει πόσο απατηλή είναι η αξίωσή μας να πρεσβεύουμε απόλυτα πιστεύω. Η «Κάθε προσανατολισμός προϋποθέτει αποπροσανατολισμό. Μόνο όποιος έχει χαθεί μπορεί να σωθεί. […] Ο λαβύρινθος έχει γίνει για να χάνεται και να περιπλανιέται όποιος μπαίνει. Αποτελεί όμως και μια πρόκληση για τον επισκέπτη για να ανακατασκευάσει το σχέδιό του και να διαλύσει τη δύναμή του. Αν τα καταφέρει, θα έχει καταστρέψει το λαβύρινθο· δεν υπάρχει λαβύρινθος για όποιον τον έχει διασχίσει».
  • ΑΝΥΠΑΡΚΤΟΣ ΙΠΠΟΤΗΣ:    Παρουσιάζονται με ζωηρές εικόνες σκηνές από την καθημερινότητα των ιπποτών μέσα στα στρατόπεδα χωρίς καμία προσπάθεια να κρυφτούν οι ατέλειες των χαρακτήρων αφού αυτοί αποτελούνται από σάρκα και οστά, όλοι τους είναι ανθρώπινα όντα με ελαττώματα και αδυναμίες. Στον αντίποδα αυτής της παρουσίασης πρωταγωνιστεί ο ανύπαρκτος ιππότης υποδειγματικά τέλειος και καταλυτικά ανύπαρκτος. Άψογος σε θέματα τάξης, οργάνωσης και ανδρείας. Μόνο που είναι ιδανικά τέλειος και εξωπραγματικά ανύπαρκτος για να μπορεί να συνυπάρχει με τους υπόλοιπους ιππότες. Όποιος τον πλησιάζει αποδέχεται την τελειότητα του με μιαν ενόχληση. Εξαίρεση αποτελεί ο ίδιος ο έρωτας που εμφανίζεται στο πρόσωπο μιας νεαρής συμπολεμίστριας που τον αναζητά θαυμάζοντας την τελειότητα του και μη λαμβάνοντας υπόψη την ανυπαρξία του.    Όπως είπε ο ίδιος ο συγγραφέας «δουλειά μου είναι να παρατηρώ τη ζωή, να καταγράφω εμπειρίες, να ψάχνω την αλήθεια, κι ας ξέρω πολύ καλά ότι υπάρχουν βεβαίως πολλές πολλές αλήθειες».
  • ΑΝΑΡΙΧΩΜΕΝΟΣ ΒΑΡΟΝΟΣ: το βιβλίο γράφτηκε μέσα σε τρεις μήνες και αφορούσε το «πρόβλημα της πολιτικής δέσμευσης του διανοούμενου σε μια εποχή κατάρρευσης της αυταπάτης».
  • Η ιστορία του αναρριχώμενου βαρώνου μου φέρνει στο νου εκείνη του Ροβινσώνα Κρούσου, με τη διαφορά ότι αποτελεί μια συνειδητή επιλογή του ήρωα να ζήσει μακριά, αλλά όχι αποτραβηγμένος από τους ανθρώπους και οι πραγματικότητες που περιγράφονται εδώ (ο κόσμος πάνω στα δέντρα και η ζωή κάτω από αυτά) δεν είναι αντίθετες αλλά παράλληλες, ταυτόχρονες και συγχωνευμένες, η μια μέσα στην άλλη. Η ειρωνεία σαν μέσο έκφρασης είναι συχνή και δημιουργεί μια ευχάριστη ατμόσφαιρα και προβληματισμό ταυτόχρονα («ένιωσε την ανάγκη να κάνει κάτι για τον πλησίον του κι αυτό το έμαθε μέσα από τη συναναστροφή του με το ληστή», σελ.215. «η αγάπη του για τα δένδρα τον έκανε να γίνει όπως συμβαίνει με όλες τις μεγάλες αγάπες, ανηλεής κι επίπονος, που τραυματίζει και κόβει για ν' αναπτύξει και να δώσει μορφή», σελ. 215).
  • ΔΙΧΟΤΟΜΗΜΈΝΟΣ ΥΠΟΚΟΜΗΣ: Μέσα από μια σημαντική διαδικασία αυτο-ανακάλυψης, ο Καλβίνο κατέληξε στον εξής τρόπο: «Ξεκίνησα να κάνω αυτό που ερχόταν πιο φυσικά σε μένα – δηλαδή να ακολουθώ τη μνήμη των πραγμάτων που αγαπούσα από την παιδική μου ηλικία. Αντί να αναγκάσω τον εαυτό μου να γράψει το βιβλίο που όφειλε να γράψει, αυτό που αναμενόταν από μένα, επινόησα το βιβλίο που σε μένα τον ίδιο θα άρεσε να διαβάσω, από αυτό το είδος που προέρχεται από έναν άγνωστο συγγραφέα, από μια άλλη εποχή και μια άλλη χώρα και που ανακαλύφθηκε σε μια σοφίτα». Το αποτέλεσμα ήταν ο Διχοτομημένος Υποκόμης, που γράφτηκε σε τριάντα μέρες, μέσα στον Ιούλιο και τον Αύγουστο του 1951. Ο πρωταγωνιστής ενσάρκωνε την αυξανόμενη αμφιβολία ως προς τις πολιτικές του πεποιθήσεις και το κλίμα του διχασμού και των αναταραχών του Ψυχρού Πολέμου. Αυτό το αλληγορικό μυθιστόρημα καταφέρνει να συνδυάσει μυθικά και φαντασιακά στοιχεία και ύφη και να τον καθιερώσει σαν σύγχρονο μυθογράφο.
  • Εντυπωσιάζουν στο βιβλίο οι τρομακτικές, επιβλητικές εικόνες, η μεγαλοπρέπεια του τρομερού, της φρίκης (σελ, 29, τέλος) και οι έντονες αντιθέσεις ήδη από την αρχή. Εικόνες του πεδίου της μάχης, γεμάτες κρυμμένα, ίσως και αντιπολεμικά, μηνύματα και υφέρπουσα ειρωνεία (κάνει το σταυρό του όταν βλέπει σκατά). Το ύφος είναι αλληγορικό, χρησιμοποιεί τη μεταφορά και το συμβολισμό με καθηλωτικό τρόπο («τρώει κανονιά και ζει το κακό του μισό»), που περνά τελικά στο μαγικό ρεαλισμό, αν και φαινομενικά πρόκειται για μεσαιωνικά παραμύθια και ιπποτικά μυθιστορήματα. Η ροή όμορφων εικόνων που συνοψίζουν μια ιδιαίτερη φιλοσοφία ζωής είναι συνεχής, όπως για παράδειγμα η περιγραφή του θαλασσινού παρελθόντος του γιατρού Τρελώνεϋ που γύρισε όλες τις θάλασσες, δεν είδε όμως τίποτε από τον κόσμο, επειδή βρισκόταν κάτω από τη κουβέρτα του πλοίου κι έπαιζε χαρτιά· ο αφηγητής είναι ένα παιδί, με σύντροφο έναν τρελό.
  • Η ιστορία του διχοτομημένου υποκόμη, θυμίζει ένα περίεργο αλλά υπαρκτό κι εντυπωσιακό ιατρικό φαινόμενο: το μέλος-φάντασμα. Ασθενείς που έχουν χάσει κάποιο μέλος του σώματός τους διαμαρτύρονται κάποιες φορές για έντονο πόνο ή φαγούρα στο σημείο όπου κάποτε βρισκόταν το μέλος αυτό, όπως συμβαίνει και στον ήρωα του βιβλίου, που βιώνει αισθήσεις από το χαμένο του μισό.


       ΙΑΝΣΕΝΙΣΤΕΣ:Ιανσένιος
(Άκοβ 1585 – Λουβέν 1638). Εξελληνισμένο όνομα του Φλαμανδού θεολόγου Κορνέλις Γιάνσεν (Cornelis Jansen). Μαθητής των ιησουιτών. (Αυγουστίνος, ήτοι περί της διδασκαλίας του αγίου Αυγουστίνου περί της ανθρωπίνης φύσεως, υγείας, νόσου, ιατρικής, κατά των Πελαγιανών και των Μασσαλιανών), στη συγγραφή του οποίου είχε αφιερώσει πολλά χρόνια, μεταξύ των ακαδημαϊκών και ιερατικών καθηκόντων του. Σε αυτό το έργο πραγματεύεται τη σχέση μεταξύ άνωθεν προορισμού και ελευθερίας, η οποία είχε επανέλθει στην επικαιρότητα λόγω της θρησκευτικής Μεταρρύθμισης. Ο Ι. τάχθηκε υπέρ του προορισμού και υποστήριξε την άποψη ότι ως συνέπεια του προπατορικού αμαρτήματος, ο άνθρωπος μπορεί να σωθεί μόνο με την επέμβαση της θείας χάρης, η οποία κατευθύνει αλάθητα προς το καλό τη βούληση των λίγων εκλεκτών. Κατά συνέπεια, η θεολογία του Ι. δεν δεχόταν ότι η μεσολάβηση του Ιησού επεκτεινόταν σε όλους τους ανθρώπους, θεωρώντας έτσι περιττή την εφαρμογή των καζουιστικών διδασκαλιών των ιησουιτών και υποστηρίζοντας, αντίθετα, την ανάγκη μιας αδιάλλακτης, ασκητικής ευσέβειας για τη μυστηριώδη εσωτερική παρουσία του Θεού και της χάρης του. Ο ιανσενισμός διαδόθηκε ιδιαίτερα στη Γαλλία. Το 1641, το έργο του Ι., Augustinus, καταδικάστηκε ως αιρετικό. Η έννοια της αξίας της εσωτερικής πνευματικής ζωής, την οποία στο θρησκευτικό πεδίο οι ιανσενιστές είχαν δανειστεί από τον Αυγουστίνο και στο φιλοσοφικό από τον Ντεκάρ, επέδρασε σημαντικά στις παιδαγωγικές μεθόδους τους και στα ζητήματα που συνδέονταν έμμεσα με τη διδακτική και τη μεθοδολογία. Αυτές αναπτύσσονταν, εφόσον ο άνθρωπος αποκτούσε συνείδηση της ανθρώπινης υπόστασής του, η οποία χαρακτηρίζεται από ηθική ενοχή και συγχρόνως φωτεινή συνείδηση· η πρώτη μπορεί να εξαλειφθεί μόνο από τη θεία χάρη, ενώ η δεύτερη αυξάνει όσο το λογικό ασκεί το κριτικό του χρέος.
ΟΥΓΕΝΟΤΟΙ : Οι Ουγενότοι (Hugenots) ήταν μέλη της Προτεσταντικής Μεταρρυθμισμένης Εκκλησίας της Γαλλίας κατά τον 16ο έως τον 18ο αιώνα, γνωστοί και ως Γάλλοι Καλβινιστές.
Κατά την «Νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου» (24 Αυγούστου 1572), χιλιάδες Ουγενότοι σφαγιάσθηκαν από Ρωμαιοκαθολικούς, στο Παρίσι.

ΨΥΧΑΝΑΛΥΤΙΚΑ: Από Το ιστολόγιο του Ψυχίατρου- Ψυχαναλυτή Θεοδωρίδη Γιάννη.

Μια Τούρκικη κανονιά κατακερματίζει την επιφανειακή δόξα του καθωσπρεπισμού και της συνοχής, το εξωτερικό καλό του Χριστιανικού στρατού απέναντι στο πάλι εξωτερικό κακό του αντίστοιχου Οθωμανικού. Τα δυο τμήματα, ενώ φαίνεται επιφανειακά να λειτουργούν αυτόνομα και ανεξάρτητα, βρίσκονται σε μία συμπληρωματική σχέση ανταγωνισμού και συναγωνισμού. Ο ήρωάς μας επιστρέφει στον πατρικό τόπο από τον οποίο ξεκίνησε άψυχος, διαιρεμένος σε δύο διαμετρικά αντίθετες διαστάσεις, αλλά έμψυχος. Η πρωτοκαθεδρία πάντως παρέχεται πολύ εύστοχα από τον συγγραφέα στην καταστροφικότητα.
 Στην προσεκτική μελέτη του βιβλίου διαπιστώνουμε πως ο συγγραφέας δεν αρκείται στην απλοϊκότητα της διαίρεσης του ατόμου σε δύο αντίθετες δυνάμεις που συγκρούονται, με την ηθική προσδοκία της μετέπειτα επανένωσης. Πρόκειται για δύο δυναμικές, καταστροφικότητα και δημιουργικότητα, που αλληλοσυμπληρώνονται. Οι χωρικοί νοσταλγούν την περίοδο της επικράτησης του «κακού» μέρους του εαυτού, όχι με την ηθική του διάσταση, αλλά με την ιδιότητά του να λειτουργεί ως δύναμη και ενέργεια εξισορρόπησης της βαρετής διάστασης του «καλού». Ο υπό-κόμης του, επιστρέφοντας στην πατρική γη και πριν την οποιαδήποτε για τον ανυποψίαστο αναγνώστη, ψυχική του διαίρεση (έως τότε γνωρίζουμε μόνο τη σωματική διχοτόμηση) εν αγνοία του και έμμεσα, πραγματοποιεί το φόνο του πατέρα. Σκοτώνει το πουλί που έχει εκπαιδεύσει ο πατέρας του για να επικοινωνεί μαζί του και ο τελευταίος πεθαίνει από τον καημό του. Πρόκειται για έμμεση πατροκτονία, ανάλογη μ’ αυτήν που πραγματοποιεί ο Θησέας, ο οποίος επιστρέφοντας νικητής στην Αθήνα, έχοντας κατορθώσει τον προσωπικό του άθλο, «ξεχνά» ν’ αναρτήσει τα πανιά της νίκης και ο Αιγέας αυτοκτονεί. Ίσως αυτός να είναι ο κύριος ο άθλος. Επιστρέφοντας τώρα στον υπό-κόμη μας, βεβαίως δεν είναι τυχαίος ο συμβολισμός που παρέχεται και εμπεριέχεται στην χρησιμοποίηση του πουλιού και του πετάγματός του, που παραπέμπει στο πέος και την άνθηση της ανθρώπινης σεξουαλικότητας. Αντίστοιχα η θανάτωση του πουλιού παραπέμπει στον ευνουχισμό του πατέρα, αναδεικνύοντας και υποδεικνύοντας ταυτόχρονα την λεπτή συνύφανση της επιθετικότητας με τη σεξουαλικότητα. Στον Διχοτομημένο υποκόμη η συγκεκριμένη θεματική είναι καλά κρυμμένη στο κείμενο και θα μπορούσε να περάσει απαρατήρητη. Η έμφαση δίδεται στον ηθικό ανταγωνισμό του «κακού» εαυτού με τον «καλό». Η επιθετικότητα και η καταστροφικότητα θα μπορούσαν να ενταχθούν σε μια γενικευμένη φυσική προδιάθεση του ανθρώπου με χαρακτήρα ζωικού ενστίκτου. Ο υπό-κόμης λοιπόν καθίσταται κόμης όπως και ο Θησέας βασιλιάς.
     Γνωρίζουμε πως η δύναμη της βαρύτητας είναι διαρκής και η φυσική τάση είναι προς τα κάτω, προς την παλινδρόμηση, προς την επιστροφή . Χρειάζεται λοιπόν η δύναμη των φαντασιώσεων, το πείσμα του βαρόνου να κρατηθεί ψηλά πλάθοντας διαρκώς περιπέτειες. Επιπλέον όμως η ίδια η βαρύτητα, η έλξη του ενστίκτου του ψυχικού θανάτου, δηλαδή του ευνουχισμού, έχει τη θετική δυναμική να κρατά τον μικρό ήρωα στα κλαδιά και να μην αιωρείται στο άπειρο, στο χώρο που λογοτεχνικά θα ονομαζόταν αχαλίνωτη επιστημονική φαντασία χωρίς τέλος και σκοπό. Ο Ίταλο Καλβίνο υποκινείται και διέπεται στο έργο του από αυτές τις δισυπόστατες αντιτιθέμενες και παράλληλα αλληλοσυμπληρούμενες ενστικτικές τάσεις, της δυναμικής της πεισματικής αναρρίχησης και της διατήρησης της δυναμικής της βαρύτητας.
     Ο Ανύπαρκτος ιππότης, ολοκληρώνει τη σειρά των Προγόνων. Μια άδεια πανοπλία περιφέρεται άσπιλη και αμόλυντη, εκνευριστικά έντιμη και ασεξουαλική, σε έναν κόσμο μαχών, ερώτων, αιμομιξιών, καταστροφικότητας, ανταγωνισμού και επίπονης αναζήτησης της γενιάς. Η συναλλαγή με τον κόσμο γίνεται πια μέσω της πανοπλίας, της αμυντικής θωράκισης του υποκειμένου, με έναν τρόπο που μοιάζει να συγκεντρώνει την ύπαρξη στο μέταλλο. Γιατί όμως τέτοια αμυντική οχύρωση, αν μέσα δεν υφίσταται τίποτα; Μπορεί όλη η ανθρώπινη υπόσταση να είναι οι άμυνές του; Μπορεί το μέταλλο να υποκαταστήσει το ασυνείδητο;