Δευτέρα, 23 Ιανουαρίου 2012

Θάνατος στη Βενετία

 του Τόμας Μαν, 1912

Ο Νίτσε είχε ορίσει τη Βενετία ως: «Ο αναπόφευκτος τόπος, όλος Τέχνη, η κατοικία του Έρωτα-Θανάτου, η ευτυχία που δεν μπορώ να σκεφτώ χωρίς ένα ρίγος φόβου.» Ο ίδιος ο Μαν, κατά τη διάρκεια της βράβευσής του με Νόμπελ το 1929, είχε πει: «Το έργο μου δεν είναι τίποτε άλλο από τα προσωπικά ίχνη μιας ζωής που έζησα συνειδητά, δηλαδή ευσυνείδητα. Όμως, ορισμένες κατακτήσεις της ψυχής και του μυαλού είναι αδύνατες χωρίς αρρώστια, τρέλα και διαφθορά.» Αυτό το τελευταίο είναι που βασανίζει τον ήρωα του Θανάτου στη Βενετία.
Στο βιβλίο αυτό, που έγινε ταινία, όπερα και μπαλέτο, κυριαρχεί η πάλη μεταξύ τέχνης και ζωής. Εμπνεύστηκε κατά πολύ από γεγονότα της ζωής του Μαν, που ήταν γιος ενός Γερμανού και μιας Βραζιλιάνας και ομοφυλόφιλος, αν και παντρεμένος με παιδιά. Βρισκόταν στη Βενετία το 1911, επειδή ήταν εξουθενωμένος από μια δύσκολη περίοδο στη συγγραφή του και ήθελε να δραπετεύσει, κατά τη διάρκεια μιας επιδημίας χολέρας. Όλ’ αυτά ισχύουν και για τον ήρωα, ο Μαν λοιπόν είναι ο Άσενμπαχ. Ο Τάτζιο υπήρξε στ’ αλήθεια, ήταν ο Βλαντισλάβ Μόες, ο Βλάτζιο, ένα εντεκάχρονο βαρονόπουλο από την Πολωνία, που είχε πάει στη Βενετία με την οικογένειά του επειδή ήταν ασθενικός. Θυμάται ότι είχε προσέξει έναν άντρα να τον παρατηρεί εκστατικά. Ο Βλάτζιο Μόες αναγνώρισε τον εαυτό του στο βιβλίο, για τ’ οποίο ο Μαν κατηγορήθηκε ότι έκανε αποδεκτή την παιδεραστία, αλλά δε δημοσιοποίησε την ιστορία του, παρά μετά το θάνατο του συγγραφέα.
Τα χαρακτηριστικά του προσώπου του Γκούσταβ φον Άσενμπαχ βασίζονται σ’ αυτά του Γκούσταβ Μάλερ, όπως και το μικρό του όνομα. Πιστεύει ότι η αληθινή τέχνη παράγεται μόνο σε πείσμα του πάθους. Το ταξίδι στη Βενετία σηματοδοτεί την έναρξη της παρακμής του. Η βενετσιάνικη ατμόσφαιρα τον αφοπλίζει, η καταπιεσμένη του σεξουαλικότητα αναδύεται εξαιτίας του Τάτζιο και σκλαβώνεται από το πάθος του. Καθώς λοιπόν αγκαλιάζει την αισθησιακή πλευρά της  τέχνης, αφήνει την ηθική κι εγκαταλείπεται στην παρακμή και το θάνατο.
 Ο  κόσμος έχει τρία επίπεδα εξοικείωσης για τον Άσενμπαχ: αισθάνεται άνετα στη Γερμανία, αλλά δεν έχει πια έμπνευση εκεί. Στην Ιταλία βρίσκεται ακόμα σε γνωστό έδαφος, αλλά το σκηνικό αλλάζει και γίνεται απειλητικό. Η Ινδία είναι η πρώτη του ταξιδιωτική φαντασίωση και η πιο συγκεκριμένη πηγή του θανάτου του, αφού από εκεί προήλθε ο ιός της χολέρας.
Υπάρχει επίσης το Πλατωνικό ιδεώδες, σύμφωνα με τ’ οποίο η σεξουαλική επιθυμία υπάρχει ως προάγγελος της πνευματικής, που στερείται πόθου. Ο Άσενμπαχ φαντάζεται τον εαυτό του ως Σωκράτη που διδάσκει τον Τάτζιο-Φαίδωνα, αν και στην πραγματικότητα δεν έχουν ανταλλάξει ούτε μια λέξη. Ο διάλογος είναι αποφασιστικός στο Πλατωνικό ιδεώδες κι έτσι ο Άσενμπαχ πέφτει στην καθαρά σεξουαλική επιθυμία για τον έφηβο.
Από την αρχή υπάρχει ένας δυσοίωνος τόνος (καταιγίδα, τάφοι, απειλητικός ξένος με κόκκινα μαλλιά που παραπέμπουν στο διάβολο). Τονίζεται η αντίθεση μεταξύ του βορειοευρωπαικου αυτοέλεγχου και του νότιου αισθησιασμού. Αν και ο Άσενμπαχ παρουσιάζεται σαν τυπικός και αξιοπρεπής διανοούμενος, η επιθυμία του να ταξιδέψει νότια υπαινίσσεται πάθη που θα τον οδηγήσουν στο θάνατο που υπόσχεται ο τίτλος.
Επειδή λοιπόν έζησε χωρίς ν’ αναγνωρίσει την αυθόρμητη πλευρά του, δημιουργούνται προβλήματα. Ο Μαν είχε διαβάσει Φρόυντ, σύμφωνα με τον οποίο οι καταπιεσμένες ψυχολογικές κλίσεις αναδύονται στην επιφάνεια. Ο Νίτσε, τον οποίο είχε επίσης μελετήσει, υποστήριζε ότι οι αρχαίοι Έλληνες διατηρούσαν μια ισορροπία μεταξύ του Διονυσιακού και του Απολλωνιακού. Ο Διόνυσος ήταν θεός του πάθους και της μέθης, ο Απόλλωνας της εγκράτειας και της διανόησης. Ο Νίτσε λοιπόν περιέγραψε τους Γερμανούς του 19ου αιώνα ως υπερβολικά Απολλωνιακούς, άκαμπτους για να δημιουργήσουν πραγματικά μεγάλη τέχνη. Προέβλεψε ότι οι Διονυσιακές δυνάμεις θα εκρήγνυνταν αν καταπιέζονταν για πολύ ακόμα. Έλεγε δηλαδή το ίδιο με τον Φρόυντ και ο Μαν προσπαθεί να συνδυάσει το ψυχολογικό με το μυθολογικό.
Η Βενετία συμβολίζει τον ίδιο τον Άσενμπαχ. Είναι χτισμένη μέσα στο νερό, διατηρείται με τη θέληση κόντρα στις δυνάμεις της φύσης. Έτσι κι αυτός θεωρεί την τέχνη νίκη ενάντια στα ένστικτα. Η Βενετία όμως βυθίζεται, σαπίζει από μέσα, όπως και ο ήρωας. Η γόνδολα είναι το φέρετρο και ο γονδολιέρης (ίδιος με τον ξένο στην αρχή) ο Χάρος (το «θα πληρώσεις» αναφέρεται στον οβολό της Στύγας).
Η Βενετία λοιπόν αποσιωπά κι εκείνη ένα βρώμικο μυστικό, όπως και ο ήρωας, ο πόθος του οποίου σβήνει το φόβο του θανάτου. Γίνεται ο αηδιαστικός γέρος του πλοίου και η πόλη ένας βρωμερός, αρρωστημένος λαβύρινθος. Εμφανίζεται ο τραγουδιστής-ξένος-γονδολιέρης, ο θάνατος που πλησιάζει ολοένα και περισσότερο. Στο τέλος  ο Άσενμπαχ πεθαίνει από τη χολέρα και το μυστικό του πεθαίνει μαζί του.
Όσον αφορά αυτό το μυστικό, η δική μου γνώμη είναι η εξής: δεν είσαι διεστραμμένος αν φαντασιώνεσαι, άσχετα με το ποιος ή τι είναι το αντικείμενο του πόθου σου. Ίσως να είσαι, αν οι φαντασιώσεις σου γίνουν πράξεις, ανάλογα  με τη συγγένεια, την ηλικία και το είδος του αντικείμενου. Αν προσπαθείς να είναι και οι σκέψεις σου αγνές, καταπιέζεσαι υπερβολικά. Νομίζω λοιπόν ότι ο Άσενμπαχ το παρακάνει λίγο. Όχι επειδή η έλξη είναι ομοφυλοφιλική, το σημείο κλειδί είναι η ηλικία του Τάτζιο, όχι το φύλο του, αλλά επειδή τον ακολουθεί σ’ ολόκληρη τη Βενετία. Δε νομίζω ότι είναι κακό για έναν ενήλικα να θαυμάζει την ομορφιά των παιδιών. Το λάθος βρίσκεται στο να «δράσει» εξαιτίας αυτού του θαυμασμού, επειδή κάτι τέτοιο, όσο καλοπροαίρετο κι αν είναι, θα καταστρέψει την ψυχοκοινωνική εξέλιξή τους.

Θάλεια Νικάκη