Τρίτη, 2 Οκτωβρίου 2012

Το Πορτραίτο του Καλλιτέχνη σε Νεαρά Ηλικία



του James Joyce
«Να ανακαλύψεις τον τρόπο εκείνο της ζωής ή της τέχνης όπου το πνεύμα σου θα μπορεί να εκφράζεται με απεριόριστη ελευθερία» (σελ. 415)
Το πορτραίτο του καλλιτέχνη σε νεαρά ηλικία είναι το πρώτο μυθιστόρημα του Ιρλανδού συγγραφέα James Joyce, το οποίο ολοκλήρωσε σε ηλικία 32 ετών το 1914 στην Τεργέστη όπου ζούσε αυτοεξόριστος. Το μυθιστόρημα μπορεί να καταταγεί εύκολα στην κατηγορία του Bildungsroman, στις σελίδες του δηλαδή εξιστορείται μια ιστορία ενηλικίωσης, μια ιστορία όπου το άτομο (και πιο συγκεκριμένα ο καλλιτέχνης), μεγαλώνοντας και συλλέγοντας εμπειρίες, συχνά μέσα από αντίξοες συνθήκες, καταφέρνει στο τέλος να διαμορφώσει μια προσωπικότητα όπως ο ίδιος την επιθυμεί και με την οποία θα πορευτεί στο μέλλον. Στο βιβλίο, το οποίο θεωρείται ημι-αυτοβιογραφικό καθώς πολλά από αυτά που περιγράφονται συμπίπτουν με πραγματικά περιστατικά από τη ζωή του συγγραφέα, ο Joyce μας μεταφέρει από την παιδική ηλικία του ήρωα του, του Στήβεν Δαίδαλου, στην δύσκολη εφηβεία του και έπειτα στην ενηλικίωση του, η οποία συνοδεύεται από την απόφαση non serviam: δύο λέξεις που όχι μόνο ορίζουν το παρόν και το μέλλον του Στήβεν ως ανθρώπου και ως καλλιτέχνη, αλλά που αποτελούν το ουσιαστικό μήνυμα του βιβλίου.
Στο πλαίσιο της λογοτεχνικής παράδοσης όμως το μυθιστόρημα αυτό έχει μια επιπρόσθετη αξία κι αυτό γιατί ανήκει στα πλέον σημαντικά έργα του κινήματος του μοντερνισμού, το οποίο ήταν υπό διαμόρφωση στις αρχές του προηγούμενου αιώνα. Ο μοντερνισμός στη λογοτεχνία κατά βάση καταργεί τις συμβάσεις του ρεαλιστικού μυθιστορήματος του 19ου αιώνα, προβάλλοντας μεταξύ άλλων την ανάγκη της ενδοσκόπησης, την ύπαρξη υποκειμενικής και όχι αντικειμενικής αλήθειας, τη μη γραμμική πλοκή,  και την «θολή» και συμβολική γλώσσα, η οποία μεταφέρει πολλαπλά μηνύματα ταυτόχρονα. Αυτά τα χαρακτηριστικά είναι σαφώς εμφανή στο Πορτραίτο: η γλώσσα έχει κυρίαρχη σημασία αφού μέσω του αριστοτεχνικού χειρισμού της από τον Joyce μπορεί κανείς να εννοήσει καλύτερα την υποκειμενικότητα της εμπειρίας του πρωταγωνιστή. Η γλώσσα γίνεται δηλαδή το μέσο με το οποίο βυθιζόμαστε στη συνείδηση του ήρωα και η οποία «μεγαλώνει» μαζί του.  Είναι χαρακτηριστικό ότι ενώ στην αρχή γλώσσα και σκέψεις προσομοιάζουν μικρού παιδιού, αργότερα γίνονται πιο απαιτητικές, καλώντας μας να ακολουθήσουμε την εξελικτική πορεία του πρωταγωνιστή. Επίσης, παρά την τριτοπρόσωπη αφήγηση, συχνά αντιλαμβανόμαστε τον ίδιο τον Στήβεν ως αφηγητή της ιστορίας, και αυτό επιτυγχάνεται μέσω ενός κατεξοχήν εργαλείου του μοντερνισμού, της συνειδησιακής ροής: με αυτόν τον τρόπο οι αναμνήσεις του παρελθόντος και οι σκέψεις για το μέλλον ανακόπτουν τη γραμμική πορεία της αφήγησης. Η άρνηση του Joyce να συμπορευθεί με τις τότε ισχύουσες λογοτεχνικές συμβάσεις και η επιθυμία να συμβάλει στην ανανέωσή τους είναι άλλωστε εμφανής και στο ίδιο το κείμενο όταν ο Στήβεν μονολογεί με τον εαυτό του: «Του άρεσε λοιπόν το ρυθμικό κυμάτισμα των λέξεων περισσότερο από τις αναφορές τους σε ιστορίες και χρώματα; Ή μήπως, όντας αμβλυωπικός στην όραση όσο και επιφυλακτικός κατά το πνεύμα, έβρισκε λιγότερη ευχαρίστηση στην απεικόνιση του διάπυρου αισθητού κόσμου μέσα από το πρίσμα μιας γλώσσας πολύχρωμης και πλούσιας σε παραστάσεις, απ’ όσο στη θεώρηση ενός έσω κόσμου προσωπικών συναισθημάτων που καθρεφτίζεται τέλεια στις διαυγείς, ευλύγιστες  περιόδους του πεζού λόγου;» (σελ. 288)
Πέρα όμως από τις λογοτεχνικές αξιώσεις του Πορτραίτου όσον αφορά τα καινοτόμα χαρακτηριστικά του σε επίπεδο λόγου, εξίσου σημαντικό είναι το γεγονός ότι το βιβλίο αυτό γίνεται όχημα για να εκφράσει ο συγγραφέας ιδέες που έχουν σχέση με την καλλιτεχνική φύση και δημιουργία και να σχολιάσει τα κοινωνικοπολιτικά γεγονότα της εποχής του, από την οπτική πάντα ενός καλλιτέχνη εν τη γενέσει. Ήδη από τον τίτλο του μυθιστορήματος γίνεται αντιληπτό και το κέντρο βάρους αφού ο Στήβεν Δαίδαλος στην πορεία του προς την καλλιτεχνική αυτοπραγμάτωση μοιάζει να είναι όχι μόνο το κεντρικό πρόσωπο αλλά και το μοναδικό που έχει σημασία: οι υπόλοιποι χαρακτήρες, η οικογένεια του, οι φίλοι και συμμαθητές του, εκφράζοντας μια διαφορετική συμβατική άποψη της ζωής ο καθένας, απλά περιστρέφονται γύρω του χωρίς να τον επηρεάζουν ουσιαστικά. Το ίδιο το όνομα του μοιάζει να τον προετοιμάζει για κάτι ξεχωριστό στη ζωή αφού είναι συνδυασμός του ονόματος του πρωτομάρτυρα Αγίου Στεφάνου και εκείνου του Μινωίτη τεχνίτη Δαίδαλου. Ο μυθικός αυτός ήρωας είναι σημείο αναφοράς για τον νεαρό Στήβεν  αφού ταυτίζεται με τον καλλιτέχνη εκείνο που επιδιώκει να σπάσει τα δεσμά, της φυλακής στην περίπτωση του μύθου, της σύμβασης όσον αφορά τον Στήβεν. Για να επέλθει όμως η συνειδητοποίηση της ουσίας της καλλιτεχνικής φύσης μαζί με ό,τι αυτή συνεπάγεται, ο δρόμος είναι δύσκολος και μακρύς για τον νεαρό ήρωα του βιβλίου, ειδικά όταν μεσολαβεί το κρίσιμο στάδιο της εφηβείας. Πριν ακόμα όμως ο έφηβος Στήβεν αρχίσει να περιδιαβαίνει το Δουβλίνο με έντονη την αίσθηση της απομόνωσης, γίνεται σαφής αναφορά στη διαφορετικότητα του. Ήδη από την προεφηβική ηλικία και τη φοίτησή του στο κολλέγιο των Ιησουιτών Clongowes ο Στήβεν αντιλαμβάνεται ότι λίγο μοιάζει με τους αθλητικούς, γεροδεμένους συμμαθητές του ενώ παράλληλα γίνεται στόχος εκφοβισμού και κακομεταχείρισης. Μόνος υφίσταται την αδικία, όπως και μόνος την καταγγέλλει, όταν νιώθει πως έτσι είναι το σωστό να πράξει. Καθ’ όλη την πορεία της ενηλικίωσης του και μέχρι την τελευταία σελίδα του βιβλίου, η μοναξιά συνοδεύει τον ήρωα και γίνεται η επιβεβαίωση της αντισυμβατικότητας του. Ο Στήβεν αποφασίζει από νωρίς να αγνοήσει τις σειρήνες που θα τον έκαναν να παρεκκλίνει από μια ζωή έτσι όπως την επιθυμεί ο ίδιος: «Οι φωνές αυτές βομβούσαν τώρα υπόκωφα στα αυτιά του. Όταν ξεκίνησε γυμναστήριο, άκουσε μιαν άλλη φωνή να του λέει να είναι  δυνατός και αρρενωπός και υγιής, και όταν άρχισε να πηγαίνει στο κίνημα για την εθνική αναγέννηση μια άλλη φωνή του ζήτησε να αγαπά την πατρίδα του και να συνδράμει στην αποκατάσταση της εθνικής γλώσσας και στην αναβίωση των παραδόσεων της. Στις επίγειες υποθέσεις ο Στήβεν προέβλεπε ότι μια εγκόσμια φωνή θα τον προέτρεπε να εργαστεί σκληρά για την οικονομική αποκατάσταση του δεινά χειμαζόμενου πατέρα του και, στο μεταξύ, η φωνή των συντρόφων του στο σχολείο τον παρότρυνε να είναι εντάξει παιδί, να υπερασπίζεται τους άλλους όταν κατηγορούνται, να ζητάει την απαλλαγή τους, και να κάνει ό,τι περνάει απ’ το χέρι του για να έχουν οι μαθητές ελεύθερες ώρες. Η βοή απ’ όλες αυτές τις φωνές τον έκανε συχνά να σταματά αναποφάσιστος το κυνήγι των φαντασμάτων του. Τους έδινε για λίγο προσοχή, αλλά ήταν ευχαριστημένος όταν βρισκόταν μακριά τους, όταν δεν τον έφταναν, όταν ήταν μόνος ή με συντροφιά τους φασματικούς του συντρόφους» (σελ. 151). Υπό την έννοια ότι ένας καλλιτέχνης πρέπει να αποστασιοποιηθεί από το κοινωνικό σύνολο για να καταγράψει τις παθογένειες και τις αρετές του και να τις μετουσιώσει σε καλλιτεχνική δημιουργία, ο Στήβεν είναι ενσυνείδητα μόνος από πολύ νωρίς.
Μόνος του λοιπόν αντιπαλεύει, μόνος του αποκρίνεται non serviam-ου δουλεύσω σε πατρίδα, θρησκεία, οικογένεια. Από τις τρεις αυτές σειρήνες, η θρησκεία είναι αναμφισβήτητα εκείνη που καταφέρνει να περάσει την πιο στενή θηλιά στο λαιμό του Στήβεν. ‘Έχοντας βιώσει έντονα την προπαγάνδα και τον εκφοβισμό του Καθολικισμού στα Ιησουιτικά κολλέγια που μαθήτευσε και που περιγράφονται στο βιβλίο αν όχι ως άλλος τόπος μαρτυρίου τουλάχιστον ως τόπος κατάπνιξης της δημιουργικότητας , της ελεύθερης έκφρασης και της σεξουαλικότητας, και μετά από ένα σύντομο πισωγύρισμα, ο Στήβεν αποφασίζει ότι μια θρησκευόμενη και θρησκόληπτη ζωή δεν του ταιριάζει: «Ήταν η μοίρα του να μην μπορεί να ενταχθεί σε κοινωνικές ή θρησκευτικές ομάδες. Η σοφία της έκκλησης του ιερωμένου δεν τον άγγιζε βαθιά. Ήταν η μοίρα του να μάθει τη δική του σοφία μακριά από τους άλλους ή να μάθει τη σοφία των άλλων αλλά μόνος του, περιπλανώμενος ανάμεσα στις παγίδες του κόσμου» (σελ. 279). Το κάλεσμα της καλλιτεχνικής του φύσης ακολουθεί αμέσως μετά την απόρριψη της  ψυχρής και μουντής ζωής που θα συνεπαγόταν μια σταδιοδρομία στο εκκλησιαστικό περιβάλλον. Σε μια παραλία και παρατηρώντας μια γυναικεία μορφή (κάλεσμα στη σεξουαλικότητα και τη δημιουργία), ο Στήβεν εν είδει επιφάνειας συνειδητοποιεί τον πραγματικό προορισμό της ζωής του: «Η ψυχή του είχε αναστηθεί από τον τάφο των παιδικών του χρόνων, πετώντας από πάνω της τα σάβανα. Ναι! Ναι! Ναι! Θα δημιουργήσει με περηφάνια, , με την ελευθερία και τη δύναμη της ψυχής του, όπως ο μέγας τεχνίτης που φέρει το όνομα του, κάτι ζωντανό, νέο και υψιπετές και όμορφο, ασύλληπτο, ακατάλυτο» (σελ. 293).
Ο Στήβεν όμως δεν έρχεται αντιμέτωπος μόνο με τον προσηλυτισμό της Καθολικής εκκλησίας αλλά και με εκείνον των διάφορων εθνικιστικών κινημάτων που ξεπήδησαν στην Ιρλανδία στο τέλος του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα και προανήγγελλαν την ανεξαρτησία της χώρας από το Βρετανικό ζυγό. Ο ίδιος ο Joyce ήταν ενάντιος στο κίνημα της Ιρλανδικής Αναγέννησης που αφορούσε τη λογοτεχνία και την αναβίωση της Κέλτικης γλώσσας στη χώρα του, επισημαίνοντας τη μονολιθική τους θεώρηση. Ο συγγραφέας εμφανίζεται ιδιαίτερα επικριτικός και απέναντι στους συντοπίτες του Ιρλανδούς οι οποίοι όχι μόνο δεν αντιστάθηκαν στην επιβολή της Βρετανικής κυριαρχίας στη χώρα τους αλλά συνεχίζουν να υπονομεύουν κάθε σοβαρή προσπάθεια για την επίτευξη της ανεξαρτησίας. Στο κάλεσμα του εθνικιστή συμφοιτητή του, Ντάβιν, να ενώσουν τις δυνάμεις τους στον αγώνα ενάντια στους Βρετανούς, ο Στήβεν ανταπαντά: «Οι πρόγονοί μου πέταξαν τη γλώσσα τους και πήραν μια άλλη…Άφησαν μια φούχτα ξένους να τους υποτάξουν. Θα πληρώσω εγώ τα δικά τους χρέη; Για ποιο λόγο;» και συνεχίζει «Δεν υπάρχει τίμιος άνθρωπος…που να έδωσε τη ζωή του, τα νιάτα του, την ψυχή του, από τον Τόουν μέχρι τον Παρνέλ, και να μην τον εγκαταλείψατε σε δύσκολη στιγμή, να μην τον παρατήσατε για κάποιον άλλον, να μην τον λοιδορήσατε…Όταν η ψυχή του ανθρώπου γεννιέται σε αυτή τη χώρα, απλώνονται δίχτυα για να την εμποδίσουν να πετάξει. Μου μιλάς για το έθνος, τη γλώσσα, τη θρησκεία. Προσπαθώ να ξεφύγω από αυτά τα δίχτυα» (σελ. 346-7). Απορρίπτοντας λοιπόν ένα μονοδιάστατο εθνικισμό που αντί να πλάσει ένα νέο, δικό του ιδίωμα, μιμείται τη γλώσσα του κατακτητή, πέφτοντας έτσι στην παγίδα μιας σειράς από στείρες δυαδικότητες όπως Ιρλανδός-Άγγλος, καλός-κακός, αυτόχθων-κατακτητής, υπόδουλος-δυνάστης, ο Στήβεν αντιστέκεται στην πνευματική παράλυση του Ιρλανδικού λαού και επιλέγει το δρόμο της ελευθερίας, που στη συγκεκριμένη περίπτωση σημαίνει αυτοεξορία και καλλιτεχνική δημιουργία ταυτόχρονα.
Ούτε τα δεσμά της –προβληματικής ούτως ή άλλως- οικογένειάς του είναι ικανά να αποτρέψουν τη φυγή του Στήβεν στο εξωτερικό. Καθ’ όλη τη διάρκεια της ενηλικίωσης του, το οικογενειακό περιβάλλον, με τις οικονομικές δυσχέρειες, τον ανεύθυνο πατέρα και την υπερσυναισθηματική μητέρα, τον θλίβει. Αρνείται να ζήσει μια συμβατική ζωή για να μείνει κοντά τους. Αρνείται την ασφαλιστική δικλείδα της οικογένειας με τον ίδιο τρόπο που απορρίπτει θεσμούς όπως η εκκλησία και η πατρίδα. Συνοψίζει λοιπόν: «Δεν θα υπηρετήσω κάτι στο οποίο δεν πιστεύω πια, είτε αυτό λέγεται σπίτι μου είτε πατρίδα μου είτε εκκλησία. Θα προσπαθήσω να εκφράσω τον εαυτό μου με κάποιον τρόπο ζωής ή τέχνης όσο μπορώ πιο ελεύθερα και πιο ολοκληρωμένα, χρησιμοποιώντας για άμυνά μου τα μόνα όπλα που επιτρέπω στον εαυτό μου – σιωπή, εξορία, πονηρία…Δεν φοβάμαι να μείνω μόνος ή να με ρίξουν για κάποιον άλλο ή να εγκαταλείψω ό,τι πρέπει να εγκαταλείψω. Και δεν φοβάμαι να κάνω λάθος, που θα το πληρώνω μια ολόκληρη ζωή, μπορεί και στην άλλη!» (σελ. 417-8).
Το τελευταίο μέρος του βιβλίου αποτελείται από τις ημερολογιακές καταχωρήσεις των τελευταίων μερών του Στήβεν στη χώρα του. Η φωνή του χαρακτήρα του εδώ αποκτά ιδιαίτερη δύναμη, μιας και η τριτοπρόσωπη αφήγηση γίνεται πρωτοπρόσωπη. Χωρίς καμία αμφιβολία πια, ο ήρωας είναι έτοιμος να προϋπαντήσει τη μοίρα του και να πραγματώσει την καλλιτεχνική του φύση: «Καλώς όρισες, ζωή! Φεύγω να συναντήσω για εκατομμυριοστή φορά την πραγματικότητα της εμπειρίας και να σφυρηλατήσω στο αμόνι της ψυχής μου την αδημιούργητη συνείδηση της φυλής μου» (σελ. 427). Φεύγει λοιπόν αλλά έχοντας ακόμα στο μυαλό τη φυλή του και τη συνείδησή της. Ίσως γι’ αυτό έχει σημασία ότι το μυθιστόρημα, τελειώνοντας , κάνει σχήμα κύκλου: το Πορτραίτο ξεκινάει με μια φράση από τις Μεταμορφώσεις του Οβίδιου «Et ignotas animum dimittit in artes» (Κι έστρεψε το μυαλό του σε άγνωστες τέχνες), η οποία αναφέρεται  στον Δαίδαλο και στην απόφασή του να πειραματιστεί με το άγνωστο στην προσπάθειά του να δραπετεύσει από το Μινωικό ανάκτορο. Ομοίως κλείνει με μια επίκληση του Στήβεν στον μυθικό συνονόματό του: «Αρχαίε πατέρα, αρχαίε τεχνίτη, γίνου αρωγός και συμπαραστάτης μου, τώρα και για πάντα» (σελ. 427). Σύμφωνα με τον John Paul Riquelme, έτσι όπως ο Δαίδαλος δραπετεύει από την Κνωσό για να γυρίσει σπίτι, έτσι και ο Στήβεν Δαίδαλος, αν και φαινομενικά φεύγει από το σπίτι, στην ουσία εκεί επιδιώκει να επιστρέψει, μέσω του καλλιτεχνικού του έργου.

James Joyce
O James Joyce γεννήθηκε στο Δουβλίνο το 1882 αλλά έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στο Παρίσι, τη Ζυρίχη, την Τεργέστη, και τη Ρώμη. Θεωρείται από τους πρωτοπόρους του κινήματος του Μοντερνισμού, συχνά όμως αντιμετώπιζε δυσκολία στο να δημοσιεύει τα έργα του λόγω του προκλητικού τους περιεχομένου. Τα  σημαντικότερα έργα του είναι Οι Δουβλινέζοι (1914), Εξόριστοι (1915), Το Πορτραίτο του Καλλιτέχνη σε Νεαρά Ηλικία (1916), Οδυσσέας (1922), και Finnegans Wake (1939). Στις αρχές του 1941 ο James Joyce πεθαίνει στη Ζυρίχη από προχωρημένο έλκος.
ΠΗΓΕΣ
Deane, Seamus.  Introduction to A portrait of the artist as a young man. Middlesex: Penguin 1992.
Riquelme, John Paul. “Dedalus and Joyce writing the book themselves” in the Norton Critical Edition of The portrait of the artist as a young man. New York: W.W. Norton & Company 2007.

Ελένη Κουφάκη