Σάββατο, 1 Φεβρουαρίου 2014

Μαργκερίτ Ντυράς


Οι πηγές για όλα τα παρακάτω στοιχεία είναι από συνεντεύξεις και συζητήσεις της συγγραφέως που πραγματοποιήθηκαν και συγκεντρώθηκαν σε 2 βιβλία: Το ένα είναι το «Μετέωρο πάθος», μια συζήτηση – ποταμός που ολοκληρώθηκε σε 2 χρόνια στη νεαρή Ιταλίδα δημοσιογράφο Λεοπολντίνα Παλλότα Ντελλα Τόρρε, μεταξύ 1987 και 1989, και το δεύτερο είναι «Τα πράσινα μάτια» που περιλαμβάνει ένα ολόκληρο τεύχος αφιερωμένο στη M.D., του περιοδικού Cahiers du cinema (τετράδια κιν/φου), του 1980, ενός περιοδικού – σταθμού ως σημείο αναφοράς για πολλά χρόνια της γαλλικής διανόησης, αλλά και της κουλτούρας γενικότερα. Ας αφουγκραστούμε λοιπόν τα λόγια της M.D. για τη σχέση της γραφής με την πραγματική ζωή και το «εγώ» του ίδιου του συγγραφέα:
Όλοι οι συγγραφείς, είτε το θέλουν είτε όχι, μιλούν για τον εαυτό τους. Εκείνοι είναι το σημαντικότερο γεγονός της ζωής τους. Ακόμα και όταν, φαινομενικά, αφηγούμαστε πράγματα ξένα προς εμάς, είναι το εγώ μας, είναι οι εμμονές μας αυτές που εμπλέκονται.
Είναι πάντοτε οι άλλοι, οι άνθρωποι που συναντάμε, που αγαπάμε, πους τους κατασκοπεύομε, αυτοί κρατάνε την αρχή της ιστορίας που γράφουμε. 
Το θέμα είναι να αποκρυπτογραφήσουμε αυτό που υπάρχει ήδη μέσα μας σε αρχέγονη κατάσταση, δυσερμήνευτο για τους άλλους, στο χώρο που αποκαλώ «χώρο του πάθους».
Το πιο οδυνηρό οφείλεται ακριβώς σ’ αυτό, ότι πρέπει δηλαδή να «τρυπήσουμε» το εσωτερικό μας σκοτάδι ώσπου να διαχυθεί σε ολόκληρη της σελίδα η πρωταρχική τους δύναμη, μετατρέποντας εκείνο που εκ φύσεως είναι «εσωτερικό σε «εξωτερικό».
Δεν ξέρω στ’ αλήθεια τι είναι αυτό που παρακινεί τους ανθρώπους να γράψουν, εκτός ίσως από τη μοναξιά της παιδικής ηλικίας.
Όταν ήμουν παιδί, φοβόμουν μήπως κολλήσω λέπρα. Μόνο αργότερα, όταν έγραψα κάπου για τη λέπρα, σταμάτησα να τη φοβάμαι, αν αυτό μπορεί να εξηγήσει κάτι.
Το γράψιμο είναι μια αναζήτηση, μια αναζήτηση έξω από τα όρια του εαυτού μας αυτού που βρίσκεται ήδη μέσα μας. Αυτή η ταραχή λειτουργεί για μένα με τον εξής τρόπο: Συγκεντρώνει εκ νέου τον λανθάνοντα τρόμο, που βρίσκεται διεσπαρμένος σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Τον αναγνωρίζω.
Αυτή η ταραχή, θα πρέπει ασφαλώς να άρχισε, - για μένα-, με τα παιδικά μου χρόνια στην Ασία, με τα νοσοκομεία έξω από τα χωριά, με τις επιδημίες της πανούκλας, της χολέρας, της μιζέριας. Οι αποκλεισμένοι δρόμοι των θυμάτων της πανούκλας είναι τα πρώτα στρατόπεδα συγκέντρωσης, που ξέρω. Τότε κατηγορούσα το Θεό.
Γράφω για να γίνω εκλαϊκευτής του εαυτού μου, για να τον κατακρεουργήσω, κι ύστερα για να πάψω να αισθάνομαι σπουδαία, για να με ξεφορτωθώ: Για να πάρει τη θέση μου το κείμενο, έτσι ώστε να υπάρχω λιγότερο. Μόνο σε δύο περιπτώσεις κατορθώνω να απελευθερωθώ από τον εαυτό μου: Με τη σκέψη της αυτοκτονίας και με την σκέψη της γραφής.
Το έργο της λογοτεχνίας είναι να αναπαραστήσει το απαγοορευμένο. Να πει αυτά που δεν λέγονται κανονικά. Η λογοτεχνία οφείλει να δημιουργεί σκάνδαλο. Όλες οι πνευματικές δραστηριότητες σήμερα πρέπει να σχετίζονται με τον κίνδυνο, την περιπέτεια. Ακόμα και ο ποιητής έχει μέσα του τον κίνδυνο, είναι κάποιος που, αντίθετα με εμάς, δεν προστατεύεται από τη ζωή.
Ο μεγαλύτερο παραμένει ο Μπωντλαίρ: Είκοσι ποιήματα ήταν αρκετά για να κερδίσει την αιωνιότητα.
Υπάρχει μια κρυφή και φυσική σχέση που ενώνει τη γυναίκα με τη σιωπή και επομένως με το άκουσμα του εαυτού της. Αυτό οδηγεί τη γραφή της στην αυθεντικότητα που λείπει από την αντρική γραφή, η δομή της οποίας παραπέμπει ιδιαίτερα σε ιδεολογικές και θεωρητικές γνώσεις.
Με τον όρο αντρική γραφή εννοώ τη γραφή που τη βαραίνουν οι ιδέες. Ο Προυστ, ο Σταντάλ, ο Μελβίλ, ο Ρουσώ δεν έχουν φύλο.
Σχετίζεται και με την εξουσία, με το κύρος που, εκ φύσεως, έχουν ελάχιστη σχέση με την αληθινή γραφή. Δείτε αυτά που έγραψε ο Ρολάν Μπαρτ για τον έρωτα. Γοητευτικά, σχολαστικά, ευφυή, λογοτεχνικά, αλλά ψυχρά σπαράγματα. Από κάποιον που δεν γνωρίζει τον έρωτα παρά μόνο από τα βιβλία ή από όσα έχει δει από μακριά, χωρίς να γνωρίζει την παραφορά, τις ορμές, την  οδύνη. Τίποτα δεν υπάρχει μέσα του που να μην είναι απολύτως ελεγχόμενο. Και αν ο Προυστ κατάφερε να εισχωρήσει στους μαιάνδρους του πάθους και ταυτόχρονα να κάνει λογοτεχνία, το χρωστάει στην ομοφυλοφιλία του.
Σχετικά με τον τρόπο της λογοτεχνικής της γραφής, η ίδα εξηγεί:
Οι δάσκαλοι μου ήταν και θα είναι για πάντα άλλοι συγγραφείς: Οι διάλογου του Χεμινγουέι, οι ερωτικές αναλύσεις της Κυρίας ντε Λα Φαγιέτ και του Μπενζαμέν Κονστάντ, κι ύστερα ο Φώκνερ, ο Μούζιλ, ο Ρουσώ.
Πολλοί παλιοί αναγνώστες με κατηγορούν ότι «δεν είμαι τόσο απλή όσο άλλοτε». Δεν τους αδικώ: Ο «εραστής», η «αρρώστια του θανάτου», η «Έμιλυ Λ.» είναι δύσκολα βιβλία, προχωρούν με ελλειπτικά σχήματα, σιωπές, υπονοούμενα. Είναι απαραίτητη μια σχεδόν ερωτική συνενοχή ανάμεσα στο κείμενο και τον αναγνώστη, που να ξεπερνάει την απλή κατανόηση των προτάσεων και μόνο.
Αντίθετα με τη γραμμικότητα του κλασσικού, μπαλζακικού μυθιστορήματος, πρόκειται για βιβλία ανοιχτά, μισοτελειωμένα, τα οποία, σε τελική ανάλυση, στοχεύουν σε έναν κόσμο εν τω γίγνεσθαι, που δεν παύει ποτέ να κινείται.
Ο μπαλζακικός ήρωας του παραδοσιακού μυθιστορήματος έχει δική του ταυτότητα, ομαλή, ανοξείδωτη, προκαθορισμένη από τον αφηγητή. Το ανθρώπινο πλάσμα όμως δεν είναι παρά μια απλή δέσμη ασύνδετων ορμών και ως τέτοιο οφείλει να το αναπαραστήσει η λογοτεχνία.
Υπάρχει στον «Άνθρωπο χωρίς ιδιότητες», έργο του Μούζιλ, ένα απόσπασμα που συνοψίζει τη σημασία όσων σας λέω: «….έκανε τη σκέψη ότι ο κανόνας της ζωής που λαχταράμε όταν πνιγόμαστε από φόρτο εργασίας και ονειρευόμαστε την απλότητα δεν ήταν άλλος από τον κανόνα της κλασσικής αφήγησης! Αυτό τον απλά κανόνα που σου δίνει την δυνατότητα να πεις: “Όταν έγινε αυτό, συνέβη τούτο!”.Είναι η καθαρή και απλή διαδοχή, η αναπαραγωγή της καταπιεστικής διαφορετικότητας της ζωής με μονοδιάστατη μορφή, όπως θα έλεγε ένας μαθηματικός, που μας καθησυχάζει: Η παράθεση όσων συνέβησαν στο χώρο και το χρόνο στη σειρά, το περίφημο “νήμα της αφήγησης” ακριβώς με το οποίο τελικά συγχέεται το νήμα της ζωής. Είναι ευτυχής όποιος μπορεί να πει “όταν”, “πριν”, “μετά”!!! 
Όσον αφορά το λόγο, γίνεται μέσα μου μια αυτόματη διαδικασία κάθαρσης και συναίρεσης του γλωσσικού υλικού. Μια κίνηση προς την οικονομία της γραφής, προς έναν γεωμετρικό χώρο που εκφέρεται κάθε λόγος, γυμνός.
Τους ήρωες μου τους παίρνω στο ημιτελές στάδιο της συγκρότησης και αποσυγκρότησης τους, γιατί αυτό που με ενδιαφέρει είναι να μελετήσω το ράγισμα, τα δυσαναπλήρωτα κενά που χωρίζουν τη λέξη από την πράξη, τα κατάλοιπα ανάμεσα σε αυτό που λέγεται και σε αυτό που αποσιωπάται.
Εντούτοις, όλα όσα παραμένουν ορατά, ή μπορούν να ειπωθούν, είναι συχνά περιττά, επιφανειακά, η εξωτερική πλευρά της εμπειρίας μας. Τα υπόλοιπα παραμένουν στο εσωτερικό, σκοτεινά, δυνατά, σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην μπορούν να αναφερθούν. Όσο εντονότερα είναι τα πράγματα, τόσο πιο δύσκολο γίνεται να βγουν ολοκληρωτικά στην επιφάνεια. Το να δουλεύω με τη μνήμη, με την κλασσική έννοια, δεν με ενδιαφέρει. Δεν έχουμε να κάνουμε με αρχεία από όπου αντλούμε δεδομένα κατά βούληση. Ακόμα και η πράξη να ξεχνάμε, είναι απολύτως απαραίτητη. Αν το 80% από όσα μας συμβαίνουν δεν ήταν απωθημένα, η ζωή μας θα ήταν ανυπόφορη. Η αληθινή μνήμη είναι η λήθη, το κενό. Αυτή που μας επιτρέπει να μην ενδίδουμε στην τυραννία της ανάμνησης, στους δυσβάσταχτους πόνους που ευτυχώς έχουμε ξεχάσει.
Η οδύνη λοιπόν, ο πόνος όπως και φόβος του θανάτου ή της τρέλας, διαποτίζει τον κόσμο το λογοτεχνικό και τον πραγματικό της MD.
Νομίζω ότι είμαστε όλες οι γυναίκες μαθημένες στον πόνο και όχι όλοι. Ο πόνος, η οδύνη για τους άντρες, φτάνει μέχρι ένα ορισμένο σημείο, διασχίζει το χρόνο, την ιστορία, και βρίσκει πάντα την εξιλέωση της, τη λύση της. Σκληραίνει, μεταμορφώνεται σε οργή, βρίσκει διέξοδο στους πολέμους, στα εγκλήματα, στην καταπίεση των γυναικών στις μουσουλμανικές χώρες, στην Κίνα, στο θάψιμο των μοιχαλίδων, ζωντανών, μαζί με τους εραστές τους, ή στην παραμόρφωση τους. Ήμουν πέντε χρονών, και στο Γιουνάν είδα να θάβουν ακόμα τους εραστές ζωντανούς, αντικριστά μέσα στο φέρετρο. Ο απατημένος σύζυγος ήταν ο μόνος κριτής, ο μόνος που είχε δικαίωμα να αποφασίσει για την ποινή. Δεν είχαμε ποτέ μας άλλο καταφύγιο από την σιωπή. Αυτό ισχύει και για τις λεγόμενες απελευθερωμένες γυναίκες, τις εργαζόμενες. Δεν μπορούμε να συγκρίνουμε την εμπειρία της οδύνης, που έχει η γυναίκα, με την αντίστοιχη του άντρα. Ο άντρας δεν αντέχει τον πόνο, τον ξεπουλάει, τον απομακρύνει από τον εαυτό του πάση θυσία, τον εξορκίζει με προγονικές τελετές, με ιεροτελεστίες γνωστές, με τη μάχη, τις κραυγές, με τα μεγάλα λόγια, την βία.
Με τρομάζει η ιδέα του θανάτου. Το κατάλαβα την τελευταία φορά που χρειάστηκε να νοσηλευτώ. Μου είπαν ότι αν έπινα έστω και ένα ποτήρι, θα πέθαινα. Τότε με έπιασε ένας παράξενος φόβος, ο φόβος του κυνηγημένου ζώου.
Όταν ήμουν νέα, για πάνω από τριάντα χρόνια, φοβόμουνα την τρέλα περισσότερο από το θάνατο. Πάντα με κατηγορούσαν ότι είμαι τρελή, παράλογη. Μέσα μου όμως ένιωθα απλώς μια φαινομενική αταξία, μια αντιφατικότητα.
Πολλά από τα πάθη της MD είναι αυτοκαταστροφικά. Η ίδια εξομολογείται:
Γνώριζα πια το οινόπνευμα όπως γνωρίζουμε έναν άνθρωπο. Άρχισα να πίνω στις πολιτικές συγκεντρώσεις ή σε φιλικές βραδιές. Ύστερα, στα σαράντα μου, μου έγινε συνήθεια. Σταμάτησα για πρώτη φορά το 1964, ύστερα το ξανάρχισα, δέκα χρόνια αργότερα. Το άρχισα και το σταμάτησα τρεις φορές ως σήμερα. Ώσπου μπήκα στο αμερικανικό νοσοκομείο του Νεγί, όπου, μετά από τρεις βδομάδες παραισθήσεων, παραληρήματος, ουρλιαχτών, κατάφερα να τα βγάλω πέρα. Από τότε έχουν περάσει εφτά χρόνια κι ωστόσο ξέρω ότι θα μπορούσα να ξαναρχίσω, από αύριο.
Το οινόπνευμα μεταμορφώνει τα φαντάσματα της μοναξιάς, αντικαθιστά τον «άλλο» που δεν είναι κοντά μας, γεμίζει τις τρύπες που έχουν σκαφτεί μέσα μας, μια μέρα, πριν από καιρό.
Ο κυριότερος όμως άξονας του σύμπαντος της M.D. είναι το πάθος, ο πόθος, ο έρωτας, η επιθυμία:
Ο έρωτας παραμένει το μόνο πράγμα που μετράει αληθινά. Είναι ηλίθιο να τον περιχαρακώνουμε σε ιστορίες ανάμεσα σε έναν άντρα και μια γυναίκα.
Ένας απόλυτος έρωτας που μαγεύει και ταυτόχρονα τρομάζει, καίει. Στο Le Square, η κοπέλα λέει: «Είναι κάποια πράγματα που δεν μπορείς να τα αποφύγεις, κανείς δεν μπορεί να τα αποφύγει», και ο Κύριος απαντά: «Κανένα πράγμα δεν επιθυμείς τόσο να το ζήσεις όσο εκείνο που σε κάνει να υποφέρεις». Κάτι σαν το έρωτα του σουρεαλιστών, ένα πάθος που οδηγεί τους εραστές να ξεπεράσουν την πεζότητα της καθημερινής ζωής. Με την δυνατότητα του να εξερευνά το απόλυτο, μόνο ο έρωτας μπορεί να νικήσει το θάνατο, τη δυστυχία, την πλήξη της ζωής. «Καμιά αγάπη στον κόσμο δεν αναπληρώνει τον έρωτα, είναι αδύνατον» λέει η Σάρα, η ηρωίδα στα «Αλογάκια της Ταρκυνίας».
Εκείνο που μετράει δεν είναι η ερωτική πράξη, είναι να έχεις επιθυμία. Το πόσοι άνθρωποι κάνουν έρωτα χωρίς επιθυμία, φτάνει πια. Όλες εκείνες οι γυναίκες συγγραφείς μιλούν γι’ αυτό τόσο άσχημα, ενώ αυτός ο κόσμος βρίσκεται μπροστά στα μάτια μας! Εγώ έμαθα από την παιδική μου ηλικία ότι το σύμπαν της σεξουαλικότητας είναι μυθικό, τεράστιο. Η συνέχεια της ζωής μου απλώς μου το επιβεβαίωσε.
Από πολύ μικρή, από τις πρώτες μου περιπέτειες, με αγνώστους, στις καμπίνες της παραλίας και στα τρένα, ξέρω τις σημαίνει επιθυμία. Με τον κινέζο εραστή και τις εμπειρίες που είχα μαζί τους γνώρισα όλη τη δύναμή της και, από τότε, οι σεξουαλικές συναντήσεις μου ήταν πολλές, και μάλιστα βίαιες.
Στο «Χιροσίμα αγάπη μου» υπάρχει μια φράση που συνοψίζει όσα σκέφτεστε για τον βαθύτερο αντιφατικό χαρακτήρα κάθε έρωτα: «Με σκοτώνεις, μου κάνεις καλό».
Την αμφισημία που κρύβεται σε κάθε πάθος την ανακάλυψα όταν, φτωχή και εκκεντρική, συνάντησα τον κινέζο εραστή. Τον έρωτα, ως επιθυμία να κατακτήσεις τον άλλο σε βαθμό να θέλεις να τον καταβροχθίσεις.
Ειδικότερα για την ερωτική της εμπειρία που γέννησε και το βιβλίο του «Εραστή», η ίδια λέει:
Αυτή η ιστορία άφησε πίσω της όλες τις άλλες, όλους τους δηλωμένους, κωδικοποιημένους έρωτες. Στην προσπάθεια της να την ονομάσει, βγάζοντας την από το πρωταρχικό και ιερό σκοτάδι, η γλώσσα σκοτώνει κάθε πάθος, το οριοθετεί, το μειώνει. Όταν όμως ο έρωτας δεν λέγεται, έχει τη δύναμη του σώματος, την τυφλή και ακέραιη δύναμη της απόλαυσης: Μένει η θαυμαστή εμφάνιση των εραστών τυλιγμένων από σκιά. Στον «Εραστή» δεν μπόρεσα να αφηγηθώ την ιστορία παρά μόνο από απόσταση, μιλώντας για την κινέζικη πόλη, τα ποτάμια, τον ουρανό, για τη δυστυχία των λευκών που ζούσαν εκεί. Για τον έρωτα τήρησα σιωπή. Το κάθε τι στο βιβλίο είναι αληθινό: Τα ρούχα, ο θυμός της μητέρας μου, τα άνοστα φαγητά που μας τάιζε, η λιμουζίνα του κινέζου εραστή.
Το κινέζικο σώμα του δεν μου άρεσε, έδινε όμως ηδονή στο δικό μου. Και αυτό το πράγμα το ανακάλυψα μόνο τότε.
Η δύναμη της επιθυμίας ήταν πέρα από το συναίσθημα, απρόσωπη, τυφλή. Ήταν αδύνατο να την εκφράσεις. Μου άρεσε, από αυτόν τον άντρα, ο έρωτας του για μένα, και ο ερωτισμός του, που φούντωνε κάθε φορά από τη βαθιά αμφιθυμία μας.
Το «ύφος» σε αυτό το μυθιστόρημα είναι ένα ύφος «φυσικό», αν θέλετε. Ο «Εραστής» γεννήθηκε από μια σειρά φωτογραφίες που βρήκα κατά τύχη, και άρχισα να τον γράφω έχοντας κατά νου να βάλω το κείμενο σε μειονεκτική θέση, δίνοντας την πρώτη θέση στην εικόνα. Η γραφή όμως νίκησε, έτρεχε πιο γρήγορα από μένα, και ξαναδιαβάζοντας το βιβλίο διέκρινα τον τρόπο με τον οποίο είχε συγκροτηθεί από μετωνυμίες. Υπάρχουν λέξεις, όπως «έρημος», «λευκός», «απόλαυση», που ξεχωρίζουν και σηματοδοτούν ολόκληρη την αφήγηση.
Χρησιμοποίησα μια «τρέχουσα γραφή». Είναι ο τρόπος να δείχνεις τα πράγματα πάνω στη σελίδα, περνώντας από τη μία στην άλλη, χωρίς να επιμένεις ούτε να εξηγείς: Από την περιγραφή του αδερφού μου στην περιγραφή του τροπικού δάσους, από το βάθος της επιθυμίας στο βάθος του γαλάζιου ουρανού.
Η M.D. λοιπόν έζησε στην κόψη του ξυραφιού, στα άκρα και στην πραγματική ζωή. «Μια ζωή σαν μυθιστόρημα», όπως είναι και ο τίτλος της βιογραφίας της, περιληπτικά στοιχεία της οποίας, σύμφωνα με την Λορ Αντλέρ, ιστορικό και δημοσιογράφο, που έγραψε κατά γενική ομολογία βιογραφία υπόδειγμα του είδους και όχι βιογραφία – αγιογραφία, ενώ ακόμα ζούσε η M.D.,  είναι τα παρακάτω:
Τα σκοτάδια στη ζωή της Ντυράς αρχίζουν πολύ νωρίς. Η μητέρα είναι τότε δασκάλα, αποσπασμένη από τη γαλλική δημόσια εκπαίδευση, και ζει από ένα σημείο και πέρα μόνη με τα τρία παιδιά της. Η παιδική και εφηβική ζωή της Ντυράς κάθε άλλο παρά φυσιολογική είναι. Η μητέρα έχει παθολογική αδυναμία στον μεγάλο γιο, έναν ναρκομανή μικροαπατεώνα. Η κόρη θα γνωρίσει πολύ νωρίς τη βία. Τρώει πολύ ξύλο από τον μεγάλο αδελφό και η μητέρα ενθαρρύνει τον σαδισμό του. Αντίθετα, μια μεγάλη τρυφερότητα θα δέσει τη Μαργκερίτ με τον μικρό, που είναι καθυστερημένος. Αυτή η τρυφερότητα φτάνει στα όρια της αιμομικτικής σχέσης. Στην εφηβεία γίνεται η γνωριμία με τον «Εραστή». Τη βρίσκουμε στο βιβλίο που έγινε μεγάλη κινηματογραφική επιτυχία. Η βιογράφος δεν βρήκε στοιχεία που να διαλευκάνουν αυτή την περίεργη ιστορία του δεσμού της 15χρονης Μαργκερίτ με τον πλούσιο Κινέζο. Είναι αλήθεια ότι η μητέρα την εξέδιδε στον πάμπλουτο Ασιάτη για να βρίσκει λεφτά για τον αδελφό που χρειαζόταν όλο και περισσότερα για τα ναρκωτικά;
Η περίοδος της γερμανικής κατοχής είναι και αυτή αρκετά σκοτεινή και είναι αυτή κυρίως που προκάλεσε τη θύελλα δημοσιευμάτων στον γαλλικό Τύπο. Κατ’ αρχήν η Μαργκερίτ Ντυράς την εποχή εκείνη έχει μία θέση που θα κάνει κάποιους να της κολλήσουν για πάντα τη ρετσινιά πως συνεργάστηκε με τους Γερμανούς. Είναι η γραμματεας της επιτροπής προπαγάνδας, στην οποία συμμετέχουν γερμανοί αξιωματούχοι, που εγκρίνει τη διανομή χαρτιού στους γάλλους εκδότες. Πρόκειται για μια έμμεση μορφή λογοκρισίας. Είναι αυτονόητο πως χαρτί παίρνουν όσοι τυπώνουν βιβλία αρεστά στους κατακτητές. Ο Αραγκόν, ο Μαλρό, ο Μπεντά, ο Φρόυντ είναι κάποιοι από τους συγγραφείς που δεν εκδόθηκαν λόγω ελλείψεως τυπογραφικού χαρτιού.
Παντρεύτηκε το 1939 τον Ρομπέρ Αντέλμ, συγγραφέα και έκαναν ένα παιδί που γεννήθηκε νεκρό, γεγονός που σημάδεψε όλη τη ζωή της M.D. η εποχή της Αντίστασης γεννάει τα περισσότερα ερωτηματικά και αναζωπυρώνει τα πάθη. Όταν οργανώνεται η γαλλική Αντίσταση, η Μαργκερίτ Ντυράς, ο άντρας της, αλλά και ο εραστής της, από το 1942, Ντιονύ Μασκολό, γίνονται από τα πιο δυναμικά μέλη μιας ομάδας με αρχηγό τον Μιτεράν. Η οργάνωση προδίδεται και ο Αντέλμ συλλαμβάνεται και στέλνεται στο Νταχάου, το 1944. Η Ντυράς έρχεται σε επαφή με έναν γάλλο αξιωματούχο της Γκεστάπο, τον Ντελβάλ, προσπαθώντας να μάθει πληροφορίες για τον άντρα της. Ο Ντελβάλ ήταν αυτός που είχε αποκαλύψει το δίκτυο Μιτεράν και προκάλεσε τη σύλληψη των μελών της ομάδας. Η σχέση της συγγραφέως με τον γκεσταπίτη μένει ακόμη ανεξιχνίαστη. Προσπάθησε να τον γοητεύσει για να μάθει πληροφορίες ή υπήρξε ανάμεσα τους ένας αρκετά διαστροφικός δεσμός, όπως λέγεται;
Χάρη στις προσπάθειες του Μιτεράν, ο Αντέλμ επιστρέφει από τη Γερμανία στη απελευθερωμένη πια Γαλλία και ο Ντελβάλ έχει την τύχη των προδοτών. Στην απελευθέρωση εκτελείται και λέγεται ότι η Ντυράς είχε μεγάλη συμμετοχή σε αυτή την απόφαση. Οπωσδήποτε παραβρέθηκε και συμμετείχε σε μία ανάκριση κατά την οποία ο προδότης βασανίστηκε. Σε αυτή την ήδη αρκετά ύποπτη και μπλεγμένη ιστορία υπάρχουν και άλλα παράδοξα. Ο εραστής της Ντυράς, ο Ντιονύ Μασκολό, έχει μια ερωτική περιπέτεια με τη γυναίκα του γκεσταπίτη, η οποία προσέτρεξε σε αυτόν για να σώσει τον άνδρα της. Από τον δεσμό αυτό γεννιέται ένα παιδί του οποίου την ύπαρξη δεν έμαθε ποτέ η Ντυράς!!!
Οι σχέσεις της Μαργκερίτ Ντυράς βγαίνουν έξω από τα συνήθη μέτρα και δύσκολα κρίνονται με αυτά. Η αφοσίωση και η αυτοθυσία με την οποία έσωσε τον άντρα της είναι κάτι που ούτε οι εχθροί της δεν αμφισβήτησαν. Μαζί με τον Ντιονύ Μασκολό, τον εραστή της, πηγαίνουν στη Γερμανία, το 1945, και φέρνουν τον Αντέλμ στο Παρίσι ετοιμοθάνατο από τον υποσιτισμό. Όλοι οι γιατροί τον θεωρούν καταδικασμένο και μόνο ένας γιατρός ειδικευμένος στην Αφρική σε τέτοιου είδους αρρώστους τον σώζει, δίνοντας του, βαθμιαία, ελάχιστη τροφή. Η σωτηρία του όμως οφείλεται κυρίως στη συνεχή φροντίδα και αυτοθυσία της γυναίκας του.
Ανάμεσα στον Αντέλμ και στον Μασκολό θα αναπτυχθεί μια φιλία που θα διατηρηθεί αδιατάραχτη σε όλη τη ζωή τους. Τίποτε το διφορούμενο δεν υπάρχει στις σχέσεις του τριγώνου. Όταν ο Αντέλμ θα συνέλθει, ο Μασκολό θα του ομολογήσει την αλήθεια. Σε ένα κείμενο που παραθέτει η Λορ Αντλέρ στο βιβλίο της ξεσπάει όλη η οδύνη του Αντέλμ για αυτή τη σχέση. Θα μείνουν και οι τρεις για πολλά χρόνια ενωμένοι σε μια φιλία που θα ενισχυθεί από την κοινή δράση τους στο κομμουνιστικό κόμμα. Θα χωρίσει το 1946 και μόνο μετά το διαζύγιο ο Μασκολό θα της χαρίσει ένα γιο, αφού παντρεύτηκαν, το 1947. Οι τρείς τους θα ζήσουν για αρκετό καιρό μαζί στο ίδιο διαμέρισμα της M.D., ακόμα και μετά το διαζύγιο από τον Ρ. Αντέλμ. Με τον Μασκολό θα χωρίσει το 1956. Ήταν ένας μεγάλος έρωτας, αλλά η Μ.D. γεύτηκε την πίκρα της απιστίας σε αυτόν.
Η Ντυράς, ο Αντέλμ και ο Μασκολό ήταν από τα πιο ενεργά μέλη του κομμουνιστικού κόμματος. Η στρατευμένη όμως συγγραφεύς θα ζήσει την πίκρα της διαγραφής τους, το 1950, κάτι θα θα την πληγώσει βαθιά. Και εδώ μια σκοτεινή υπόθεση με προδοσίες, σκάνδαλα και κατηγορίες που πέφτουν σε διάσημα ονόματα της πολιτικής και της λογοτεχνίας, όπως αυτό του Σεμπρούν. Η Ντυράς θεώρησε τον μεγάλο ισπανό συγγραφέα και, μετά την πτώση του Φράνκο, υπουργό Πολιτισμού της Ισπανίας, «καταδότη». Η κατηγορία που οδηγεί στη ρήξη με το κόμμα είναι η ακόλουθη: Ένα βράδυ σε ένα μπιστρό, κατά τη διάρκεια γερής οινοποσίας, οι διαγραφέντες μίλησαν απρεπώς για τον σύντροφο Αραγκόν! Η ιστορία μυρίζει έντονα σταλινισμό. Η συμμετοχή όμως της Ντυράς στα ιστορικά και πολιτιστικά γεγονότα θα είναι πάντα έντονη. Παράλληλα δεν θα πάψει ούτε μία ημέρα της ζωής της να γράφει. Έγραψε συνολικά 35 βιβλία περίπου.
Μετά τον πόλεμο η Ντυράς εργάστηκε σαν δημοσιογράφος σε πολλά περιοδικά, μεταξύ των οποίων και το “Observateur”. Εκτός από μυθιστορήματα έγραψε επίσης θεατρικά έργα, σενάρια για τον κινηματογράφο (μεταξύ των οποίων το διάσημο πλέον «Χιροσίμα αγάπη μου» που κέρδισε την υποψηφιότητα για Όσκαρ σεναρίου) και ασχολήθηκε με την παραγωγή ταινιών. Παράλληλα σκηνοθετεί τη μια ταινία μετά την άλλη. Δεν μένει ασυγκίνητη και από τις σειρήνες των εφημερίδων που της ζητούν άρθρα της. Η ανάγκη για χρήματα και δόξα είναι το ίδιο ισχυρές. Μέσα σε αυτή την λογοτεχνική παραγωγή το μέτρο χάνεται συχνά.
Τον Μάη του 1968 τον ζει ενεργητικά και συμμετέχει από την αρχή στην ομάδα δράσης φοιτητών – συγγραφέων.
Το 1984 έγραψε το αυτοβιογραφικό βιβλίο με τίτλο «Ο εραστής» και κέρδισε το λογοτεχνικό βραβείο Γκονκούρ.
Τις δύο τελευταίες δεκαετίες – κατά τις οποίες το αλκοόλ επηρέασε τη ζωή της περισσότερο από κάθε άλλη φορά – έζησε με τον κατά 38 χρόνια νεώτερο της και με ομοφυλοφιλικές τάσεις Γιαν Αντρέα Στάινερ, με τον οποίο γνωρίστηκε το 1980. Έζησε μαζί του ως το θάνατο της. Ο Αντρέα εργαζόταν ως γραμματέας της και έπαιζε στις ταινίες της. Η σχέση τους ήταν ταραχώδης – «δεν ξέρω ποιος είσαι» του έλεγε και τον έδιωχνε από το σπίτι, αλλά αυτός πάντα ξαναγύριζε.
Η ίδια η Ντυράς λοιπόν δεν δίστασε να εκθέτει τον εαυτό της. Έγραψε για τον αλκοολισμό της, τις ερωτικές της εμπειρίες, τους φόβους της, τις εμμονές της. Όσο διέλυε τις λέξεις για να φτάσει στην ουσία, όσο διέλυε τις εικόνες για να δημιουργήσει τον νέο επαναστατικό κινηματογράφο, με τον ίδιο τρόπο διέλυε και τη ζωή της.
Πέθανε στα 82 της χρόνια, στις 3 Νοεμβρίου το 1996, έπειτα από μια ζωή πραγματικά σαν μυθιστόρημα.

Μαρία Λασηθιωτάκη