Σάββατο, 22 Οκτωβρίου 2011

Βιογραφικό Μπ. Μπρεχτ



ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ  ΜΠΕΡΤΟΛΤ  ΜΠΡΕΧΤ

          Ο Γερμανός ποιητής δραματουργός και μεταρρυθμιστής του Θεάτρου Μπέρτολτ Μπρεχτ γεννήθηκε στο Άουσμπουργκ της Γερμανίας το 1898 και πέθανε το 1956 στο Ανατολικό Βερολίνο της πρώην Λαϊκής Δημοκρατίας Γερμανίας.  Το «επικό»  θέατρο του όπως το ονόμασε αποστασιοποιήθηκε από τις συμβάσεις της Θεατρικής ψευδαίσθησης και διαμόρφωσε το δράμα σε κοινωνικό και ιδεολογικό φόρουμ προβολής των απόψεων της Αριστεράς.
          Το 1917 (Οκτωβριανή Επανάσταση)  εγγράφεται στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου στη Φιλοσοφική Σχολή και μετά στην Ιατρική, χωρίς να τελειώσει ποτέ.  Τότε γνωρίζεται με τη πρώτη του γυναίκα Πάουλα Μπαχόλτσερ.  Εξαιτίας του Α΄ παγκοσμίου πολέμου που βρίσκεται σε εξέλιξη, επιστρατεύεται και αναλαμβάνει χρέη νοσοκόμου σε νοσοκομείο του Άουσμπουργκ.
          Εκεί θα βιώσει όλη την αγριότητα του πολέμου.  Οι κραυγές απόγνωσης των τραυματισμένων, η φρίκη του πολέμου θ’ αφήσουν ανεξίτηλα σημάδια απάνω του και θα εδραιώσουν μέσα του μια ειρηνόφιλη συνείδηση.  Πρώτος καρπός της το ποίημα «Η Μπαλάντα του νεκρού Στρατιώτη»  ένα σκοτεινό αγριεμένο ποίημα.  Εξαιτίας αυτού του ποιήματος, του στέρησαν αργότερα, την εποχή του ναζισμού, τη γερμανική ιθαγένεια.
          Ο ίδιος συνήθιζε να το τραγουδά με κιθάρα σε ταβέρνες του Μονάχου.  Μπροστά σε απομάχους, οι οποίοι τον γιουχάιζαν και εκσφενδόνιζαν εναντίον του ποτήρια γεμάτα μπύρα!  Εξαιτίας αυτού του ποιήματος, του στέρησαν αργότερα την εποχή του ναζισμού την γερμανική ιθαγένεια.  Ήταν η εποχή που πηγαινοερχόταν μεταξύ Άουσμπουργκ και Μονάχου, όπου έμενε σε μια σοφίτα εκεί έγραψε το πρώτο του Θεατρικό «Ο Βάαλ».  Ήσυχο χλωμό, αδύνατο, σπυριάρη, κακοξυρισμένο και κακοντυμένο τον περιγράφουν όσοι τον ήξεραν τότε.  Τα πρώτα έργα του Μπρεχτ (1918 – 20) είναι κυρίως αναρχοεξιπρεσιονιστικά δράματα όπως τα «Ταμπούρλα μέσα στην νύχτα» - η πρώτη του επιτυχία -.  Εκφράζουν κυρίως μια οργισμένη διάθεση του δημιουργού κατά των αστών, η οποία αντικατοπτρίζει την βαθιά απογοήτευση της γενιάς του από ένα πολιτισμό που έχει καταρρεύσει παταγωδώς με την λήξη του Α΄ παγκόσμιου πολέμου.
          Στους φίλους του Μπρεχτ συμπεριλαμβάνονταν μέλη της ομάδας του κινήματος Νταντά, (μηδενιστές)  οι οποίοι απέβλεπαν στην ανατροπή εκείνων των κανόνων που καταδικάζουν ως κίβδηλους στο χώρο της αστικής τέχνης με όπλο το χλευασμό και την εικονοκλαστική σάτιρα.  Εκείνος που του δίδαξε τα στοιχεία του μαρξισμού προς τα τέλη της δεκαετίας ήταν ο Κάρλ Κορς ένας διακεκριμένος θεωρητικός του Μαρξισμού ο οποίος διετέλεσε μέλος του Ράιχστακ ως κομμουνιστής αντιπρόσωπος (Γιαγ. από Κ.Κ.Γ.)
          Από το 1920 ο Μπρεχτ ζει στο Βερολίνο.  Το 1923 θα γνωρίσει και θα παντρευτεί ήδη διαζευγμένος και πατέρας, τη δεύτερη γυναίκα του  ηθοποιό Μαρτίνε Τσοφ.  Την ίδια χρονιά θα συναντήσει την 17χρονη Βενέζ – Εβραία Χελένε Βάιγκελ.  Ο Μπρεχτ συνδέεται με την Βαίγκελ και από το 1924 με τη γέννηση του πρώτη της παιδιού συζεί μαζί της.
          Την ίδια εποχή γνωρίζεται με την Ελίζαμπετ Χάουπτμαν η οποία έκτοτε γίνεται μια από τις βασικές του συνεργάτριες.  Μετά το θάνατό του η Χάουπτμαν εξηγούσε πως δούλευαν στο Berliner Eusebee, εδιηγείτο πως επειδή ο Μπρεχτ πιστεύει «ότι ένας άνδρας δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα μόνος του με πολύπλοκα καθήκοντα»  συζητούσε μαζί τους όλα τα κομμάτια του εξονυχιστικά:  «Ό Μπρεχτ χρειαζόταν πολύ χρόνο για να φτιάξει ένα θεατρικό κομμάτι.  Έλεγχε πάντα τις προτάσεις του, αλλά και τις προτάσεις των άλλων.  Πάντα παρουσίαζε τη δική του πρόταση, ότι είχε γράψει ας πούμε το προηγούμενο βράδυ και το έθετε προς συζήτηση.  Μπορούσαμε χωρίς πρόβλημα να του πούμε:  ΄΄ Μπρεχτ όχι έτσι.  Ο Μπρεχτ θα το άλλαζε ΄΄  ή να κάνουμε μια δική μας πρόταση, την οποία αποδεχόταν ή απέρριπτε και τη συζητούσε ώρες και ξανά από την αρχή».  Το 1929 ο Μπρεχτ παντρεύεται την Χελένε Βάιγκελ.  Η συνεργασία του Μπρεχτ μαζί της θεωρείται μια από τις πιο ευτυχισμένες στιγμές της δραματικής Τέχνης.  Η Βάιγκελ ενσαρκώνει στη σκηνή αυτό που ο Μπρεχτ πίστευε ως πρωτοπόρα μέθοδο:  τη γυμνή αλήθεια, τη γνώση, την αποστασιοποίηση.  Σε αντίθεση με την μελοδραματική – συναισθηματική σκηνή συνπαρουσιάζει.  Στόχος του Μπρεχτ ήταν πάντα το μυαλό, η σκέψη, η αμφιβολία και μέσω αυτών τη διαπαιδαγώγηση των μαζών.  Στο Βερολίνο (1920 – 1933) ο Μπρεχτ εργάστηκε για ένα μικρό διάστημα για λογαριασμό των σκηνοθετών Μάξ Ράινχαρτ και Έρβιν Πισκάτορ.  Κυρίως όμως με τους συνεργάτες της δικής του ομάδας.  Σε συνεργασία με το σκηνοθέτη Κούρτς Βάιλ έγραψε τη σατιρική επιτυχημένη οπερετική μπαλάντα:  «Η όπερα της πεντάρας».  (Με βάση την οποία αργότερα έγραψε το «Μυθιστόρημα της πεντάρας»).  Και την όπερα:  «Η άνοδος και η πτώση της πόλης Μαχάγκονυ»  έργο με διδακτικό ύφος  (μετάφραση Κούρτ Βάιλ, Χάνς Άϊσλερ)  έξω από τα πλαίσια του ορθόδοξου Θεάτρου.
          Την ίδια περίοδο ανέπτυξε την θεωρεία του για το «επικό»  θέατρο και για μία απέριττη στιχουργική φόρμα.
          Την περίοδο ατή στην Γερμανία συμβαίνουν δραματικές, κοινωνικο – οικονομικές ανακατατάξεις που σηματοδότησαν την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία.  Ο πληθωρισμός και η οικονομική κρίση οξύνουν δραματικά τα κοινωνικά χάσματα.  Οι λαϊκές μάζες φτάνουν στα όρια εξαθλίωσης ενώ οι μεγαλοβιομήχανοι βυθίζονται στη χλιδή.
          Είναι η περίοδος που ο Μπρεχτ μελετάει συστηματικά τον Κάρλ Μάρξ παρακολουθώντας μαθήματα και διαλέξεις στη Μαρξιστική – Εργατική Σχολή που είχε ιδρυθεί και διευθυνότανε από το Κ.Κ.Γ.  Το 1933 την επόμενη του εμπρησμού του Ράιγσταγκ από τους Ναζί – προβοκατόρικης ενέργειας – η οποία αποδόθηκε στους κομμουνιστές – άνοιξε το δρόμο στην εξουσία του Χίτλερ, ο κομμουνιστής Μπρεχτ και η Εβραία Βάιγκελ θα εγκαταλείψουν τη Γερμανία του Χίτλερ.  Αυτοεξορίστηκαν αρχικά στη Σκανδιναβία, κυρίως στη Δανία και κατόπιν στις ΗΠΑ (1941 – 1947).  Θα εγκατασταθούν στην Σάντα Μόνικα της Καλιφόρνιας όπου εργάστηκε σε μερικές ταινίες του Χόλιγουντ.  Συνεργάστηκε με τον Τσάρλι Τσάπλιν και Τζων Λότον.
          Ση Γερμανία τα βιβλία του ρίχτηκαν στην πυρά και του αφαιρέθηκε η ιθαγένεια.  Αποκόπηκε έτσι εντελώς από το Γερμανικό θέατρο.  Τα χρόνια της αυτοεξορίας του ήταν τα πιο δημιουργικά (1933 – 1948).  Γράφει πάνω από 25 μεγάλα θεατρικά κομμάτια.
          «Τη ζωή του Γαλιλαίου»  το «Μάνα – κουράγιο»  θεατρικό χρονικό του Τριακονταετούς πολέμου.  «Ο καλός άνθρωπος του Σετσουάν»  τοποθετείται στη προπολεμική Κίνα, «Η αποτρεπτή άνοδος του Αρτνύρου Ούι»  θεατρική παράσταση για την άνοδο του Χίτλερ τοποθετημένη στο προπολεμικό Σικάγο.  «Ο Καυκασιανός κύκλος με την κιμωλία»  ιστορία ανταγωνισμού για την «κατοχή»  ενός παιδιού ανάμεσα στην αριστοκρατικής καταγωγής μητέρα του, που το είχε εγκαταλείψει και στην υπηρέτρια που το είχε φροντίσει.
          Είναι η εποχή που θα συναντηθεί με όλους τους Γερμανούς διανοούμενους που είχαν καταφύγει στις ΗΠΑ.  Όπως τον Τόμας Μαν, Χέρμπερτ Μαρκούζε κλπ.  Ο Ελβετός συγγραφέας Μαξ Φρίς που είχε γνωρίσει τον Μπρεχτ εκείνη την εποχή είχε πει για τον Γερμανό δραματουργό:
          «Έδινε την εντύπωση ενός άχρωμου ανθρώπου, ενός εργάτη, ενός μεταλλεργάτη, κι όμως ήταν πολύ αδύναμος για εργάτης, πολύ λεπτεπίλεπτος, πολύ ξύπνιος για αγρότης.  Απομονωμένος, ντροπαλός για κοσμοπολίτης, πολύ έμπειρος για εγγράμματος.  Ένας άνθρωπος χωρίς πατρίδα με περιορισμένη παραμονή παντού και πάντα, περαστικός από την εποχή μας, ένας άνθρωπος ονόματι Μπρεχτ, ανεπιτήδευτος, ένας ποιητής χωρίς αυτοεπαίνους».
          Ο Μπρεχτ εγκατέλειψε τις ΗΠΑ το 1947 όταν πιέστηκε να καταθέσει στην επιτροπή του γερουσιαστή Μακάρθυ «Αντιαμερικανικών ενεργειών»  στα πλαίσια του ψυχρού πολέμου ΗΠΑ – ΕΣΣΔ.  Έμεινε ένα χρόνο στη Ζυρίχη και το 1949 πήγε στο Ανατολικό Βερολίνο για το ανέβασμα της  «Μάνας κουράγιο»  με πρωταγωνίστρια τη γυναίκα του Χελένε Βάιγκελ στο θέατρο Ράινχαρτ.
          Η επίσκεψη αυτή του έδωσε την ευκαιρία να δημιουργήσει δικό του θίασο το Μπερλίνερ Ασάμπλ και εγκαταστάθηκε οριστικά στο Ανατολικό Βερολίνο.  Εδώ θα εργαστεί και θα υπηρετήσει το θέατρο ως το τέλος της πλούσιας ζωής του.  Συμπεριφερόταν σε όλους είτε πρωταγωνιστές είτε νεοφώτιστους με την ίδια προσεκτική ευγένεια κρατώντας μια κάποια απόσταση.  Τη γνώμη των άλλων ακόμα και την πιο έντονη κριτική την άκουγε σιωπηλός και προσεκτικά.  Όταν η δουλειά πάνω σ’ ένα έργο τέλειωνε, όταν όλες οι βελτιώσεις είχαν γίνει, έδειχνε απόλυτη αδιαφορία και έφευγε. 
          Αντιμετωπίζοντας συχνά την καχυποψία της Ανατολικής Ευρώπης για τις ανορθόδοξες αισθητικές θεωρίες του και τη δυσφήμηση ή το μποϋκοτάζ στη Δύση λόγω των κομμουνιστικών αντιλήψεών του, σημείωσε, παρά ταύτα, πραγματικό θρίαμβο στο Θέατρο Εθνών του Παρισιού το 1955 και τον ίδιο χρόνο στη Μόσχα τιμήθηκε με το βραβείο Στάλιν για την Ειρήνη.  Στην τελετή απονομής του βραβείου ζητά να μεταφράσει το λόγο του ο αιρετικός συγγραφέας Μπόρις Πάστερνακ.  Το αίτημά του γίνεται δεκτό.  Ο Μπρεχτ ήταν χειριστής μιας πλατιάς γκάμας ύφους και διάθεσης.  Ως θεατρικός συγγραφέας ήταν εξαιρετικά εργατικός – ένας τεχνίτης που ήξερε να συνθέτει ιδέες – όχι πάντα δικές του -   Η όπερα της πεντάρας βασίστηκε στην «Όπερα του ζητιάνου»  του Τζων Γκρέυ - ένας άνθρωπος με σπάνια μουσική και εικαστική ευαισθησία.  Ως σκηνοθέτης αρεσκόταν στην αυστηρή σαφήνεια και την τελειότητα.  Ως θεωρητικός είχε τη τάση να αναγάγει σε γενικές αρχές τις προσωπικές του προτιμήσεις, ακόμα και τις πλάνες του.
          Στις 15 Μαΐου 1955 ο Μπρεχτ έστειλε το παρακάτω γράμμα στη Γερμανική Ακαδημία Τεχνών:
          «Σε περίπτωση θανάτου μου δεν επιθυμώ να εκτεθεί πουθενά η σορός μου κατά την ταφή, δεν πρέπει να γίνουν ομιλίες.  Θα ήθελα να ταφώ στο νεκροταφείο δίπλα στο σπίτι μου στη Σοσεστράσε».  Δεκαπέντε μήνες αργότερα θα σβήσει από έμφραγμα μυοκαρδίου στο Μιλάνο.  Στις 17 Αυγούστου 1956 κηδεύεται στο Βερολίνο.  Στο μνήμα του δεσπόζει ένας απέριττος βράχος με σκαλισμένο μονάχα απάνω του Bertolt Brecht.