Σάββατο, 22 Οκτωβρίου 2011

Σχετικά με τον M.Καραγάτση



Ο Μ. Καραγάτσης μέσα από το βιβλίο

Της Τερέζας Βαλαβάνη

«Το ευχαριστημένο ή οι δικοί μου άνθρωποι».

«Ένα μόνο πράγμα υπάρχει στη ζωή:
ο αιώνιος άνθρωπος με τα κυρίαρχα,
τα αθάνατα πάθη του.
Ποιο πάθος γιατρεύτηκε ποτέ;»
Γιούγκερμαν.

          Η Μαρίνα Καραγάτση, μοναχοπαίδι του γνωστού συγγραφέα και της ζωγράφου Νίκης Καρυστινάκη, αποτολμά στα ύστερα της ζωής της να δημοσιεύσει ένα λογοτεχνικό βιβλίο και συνάμα να μας καταθέσει το χρονικό του δύσκολου μεγαλώματός της κοντά στον μεγάλο πατέρα.  «Ψηλός, επιβλητικός, υπεροπτικός, ωραίος, είχε το ύφος ενός αρχηγού, κάποτε κι ενός δικτάτορα (…).  Ο Καραγάτσης και μέσα στις αυθαιρεσίες του και τους παραλογισμούς του, τις εκρήξεις του και τις ακαταλόγιστες, συχνά, αντιδράσεις του προς πρόσωπα και πράγματα, παρέμενε πάντα μια σπάνια ιδιοφυία.  Βαρύτατη έπεφτε η σκιά του παντού, μια σκιά που μαγνήτιζε και όταν ακόμα τύχαινε να απωθεί»  (Αντρέας Καραντώνης  «Μνήμη του Καραγάτση»).
          Το βιβλίο είναι σύντομο και καλογραμμένο.  Σε ύφος αφηγηματικό, ξεδιπλώνονται στις 225 σελίδες του εξομολογήσεις σε μορφή μονολόγου ή διαλόγου.  Βρισκόμαστε στη δύσκολη δεκαετία του ΄50 και πρωταγωνιστές μας είναι ο Καραγάτσης, η έφηβη – κόρη του, η υπηρέτρια Λασκαρώ και η γιαγιά Μίνα.  Μέσα από το διαφορετικό ιδίωμα και ψυχοσύνθεση του εκάστοτε αφηγητή ζωγραφίζεται η εικόνα τόσο του ιδιωτικού Καραγάτση, ενός υπερβολικά αισθαντικού και αρκετά διαταραγμένου ανθρώπου, όσο και της ευρύτερης οικογένειας, στα σκηνικά πλαίσια μιας ιδιαίτερης εποχής.  «Είχε δύσκολο ύπνο, οι θόρυβοι τον ενοχλούσαν φοβερά, έβαζε ωτασπίδες το βράδυ για να κοιμηθεί.  Κάθε δυο χρόνια αλλάζαμε σπίτι.  Πάντοτε στον τελευταίο όροφο, για να μην έχουμε άλλους από πάνω και κάνουν θόρυβο (…) τον εμπόδιζε το φως, σκούρες κουρτίνες κρεμούσε στο παράθυρο και τις τζαμόπορτες.  Δύσκολος άνθρωπος, εκρηκτικός, υπερευαίσθητος, πολλές φορές εγωιστής αλλά καλόκαρδος (…).  Είχε χάρες, γοητεία, ζωντάνια, ανωτερότητα.  Δεν ήταν φτηνός, μικρός σε τίποτα»  (Συνέντευξη της Νίκης Καραγάτση).
          Το βιβλίο παρουσιάζει μεγάλη αμεσότητα και ειλικρίνεια.  Δεν έρχεται να ωραιοποιήσει ή να θωπεύσει τα αυτιά μας.  Είναι σπορά που έμεινε πολύ καιρό στα σπλάχνα μέχρι να ξεμυτίσει στο φως.  Κουβαλάει όλη τη δύναμη και την απόγνωση μιας επίπονης κύησης, μιας λυτρωτικής γέννας.  «Τα εν οίκω μη εν δήμω», προέτρεπαν ανέκαθεν οι Έλληνες.  Είναι άραγε βλάσφημο να εκθέτουμε τα άπλυτα της οικογένειάς μας και ιδιαίτερα όταν πρόκειται για ένα επώνυμο πατέρα – συγγραφέα, ένα γίγαντα – δημιουργό απ’ αυτούς που απλόχερα μας έδωσε ο πολυτάραχος 20ος αιώνας;  Μετρώ 25 τίτλους βιβλίων του Καραγάτση στην εξαίρετη έκδοση του «Εθνικού Κέντρου Βιβλίου»  με αφορμή τα 100 χρόνια, από τη γέννησή του, το 2008.  Αναρωτιέμαι πότε πρόλαβε να τα γράψει όλα αυτά στον σύντομο βίο του των μόλις 52 χρόνων.  («Που ο κύριος που όταν γράφει, τρέχει το χέρι του πάνω στο χαρτί και ποτές δε σβήνει, ποτές δε μουτζουρώνει» σ. 47).  Η Μαρίνα Καραγάτση τολμά στα 72 της, πλήρης ημερών και έτοιμη για αναχώρηση, μια εκ βάθους καρδιάς εξομολόγηση, σπάει το ταμπού της σιωπής κι αφήνει τις αλήθειες της  να λευτερωθούν σαν μια ύστατη πράξη διαμαρτυρίας και απονομής δικαιοσύνης, κερδίζοντας το στοίχημα και αποδεικνύοντας τελικά ότι είναι μια άξια θυγατέρα του πατέρα της.  («Μαμά, μπαμπά, Λασκαρώ, θείε Αντώνη, γιαγιά Μίνα, παππού Λεωνίδα.  Τώρα που τέλειωσα το γράψιμο θα πάω μια στιγμή να πλύνω τα χέρια μου κι έπειτα έρχομαι αμέσως.  Να με περιμένετε.  Δε θα αργήσω»  σ. 225).
          Το βιβλίο σοκάρει, συγκινεί, συνεπαίρνει, μας ταξιδεύει στις αβύσσους των ψυχών των ηρώων και των φουρτουνιασμένων εποχών που έζησαν, μας περιγράφει αριστοτεχνικά τις μεταξύ τους διαπλοκές μαζί με τις εσωτερικές τους εμπλοκές.  Ιδιαίτερα δυνατή η περιγραφή της βασανισμένης υπηρέτριας Λασκαρώς («Χαρά στην ομορφιά.  Και κοντή είναι και χοντρή και μια φάτσα έχει που αποπνέει το ακλόνητο πείσμα μιας περιορισμένης νοημοσύνης (…).  Σε πέντε χρόνια το πολύ θα είναι άχρηστη.  Τώρα όμως ακόμα, κάπως τρώγεται» σ. 12 -13).  Και της σχέσης πάθους, τυφλής αφοσίωσης, μίσους, που διατηρεί με το αφεντικό της, παίζοντας ταυτόχρονα τη συμπληρωματική μητέρα για τη μικρή και υποταγμένη Μαρίνα.  Φιγούρα αρχαίας τραγωδίας η Λασκαρώ, καταδικασμένη να ζήσει το πάθος μέσα από τον άντρα – αφέντη και τη μητρότητα μέσα από το ξένο παιδί.  Λειτουργεί σαν αφανής ήρωας, που σώζει και σώζεται παίζοντας τον εξισορροπιστή ενός σπιτικού που κλυδωνίζεται από έντονες σεισμικές δονήσεις.
          Οι γυναίκες της Μαρίνας Καραγάτση είναι όλες δυνατές και επίφοβες.  Οι άντρες γεμάτοι αδυναμίες και φόβους αντιδρούν με ανοιχτή επίθεση ή σθεναρή παθητική αντίσταση, προσπαθώντας απελπισμένα να επιδείξουν και να αποδείξουν τον ανδρισμό τους σ’ έναν κόσμο τόσο μητριαρχικά απειλητικό.  («Άραγε πέρασε ποτέ απ’ το μυαλό της αγαπητής μου θυγατέρας πως ο πατέρας της δεν είναι παρά ένας δειλός φυγάς της δυσάρεστης πραγματικότητας που αυτοχασισώνεται σα δερβίσης τις ώρες που γράφει και όχι μόνο τότε.  Δυστυχώς όμως δεν υπάρχει κατανόηση.  Μοναξιά.  Απέραντη μοναξιά» σ. 11).  Ο Μ. Καραγάτσης δεσπόζει σαν ένας οικιακός τύραννος με τεράστιο ανοικονόμητο εκτόπισμα, που τρέφει το ταλέντο του και τη νευρασθένειά του καταπιέζοντας τη δημιουργικότητα της γυναίκας του, ευνουχίζοντας το δυναμικό της ελεύθερης έκφρασης της κόρης του («Αυτό το κορίτσι δεν έχει ούτε τη γλύκα της μάνας της ούτε τη σκληράδα τη δικιά μου, που είναι σημάδια στοχασμού και ζωής.  Πίσω από το απλανές βλέμμα της διακρίνει κανείς την απουσία κάθε αισθήματος.  Μια νέκρα, μια παγωμάρα.  Αυτό είναι που με ανησυχεί ιδιαιτέρως.  Την παρατηρώ στην καθημερινή της ζωή, τύπος και υπογραμμός.  Γυρίζει απ’ το σχολείο και κατευθείαν πηγαίνει και κάνει τα μαθήματά της» σ. 21).
          Μέσα από την αφήγηση της Μαρίνας Καραγάτση αποδεικνύεται για μια ακόμα φορά πόσο δύσκολο είναι να επιβιώσει ψυχικά ένα μικρό παιδί δίπλα σ’ ένα γονέα με έντονη προσωπικότητα, καταξιωμένο κοινωνικά.  Εκεί όπου ο πήχης βρίσκεται ήδη πολύ ψηλά εξ αρχής και ο ναρκισσισμός του δημιουργού επίσης στα ύψη.  Όπου ο καθρέπτης δεν επιτρέπει σε κανέναν άλλο και ιδιαίτερα απόγονο, να είναι καλύτερος, ομορφότερος, αξιότερος («Αν δεν μάθει το παιδί από τα μικράτα του να είναι πειθαρχημένο, καταστράφηκε (…).  Γιατί αυτό το παιδί δεν έχει καμιά περιέργεια;  Γιατί δεν κάνει ποτέ μια ερώτηση;  Γιατί δεν παρατηρεί γύρω της;  Γιατί αντιμετωπίζει τη ζωή με τέτοιαν αδιαφορία;»  σ. 22 και σε αντιδιαστολή:  «Πως θα περνούσανε οι δυο ώρες που ο μπαμπάς κλείνει πόρτες και παράθυρα και προσπαθεί να κοιμηθεί κι εγώ στο διπλανό δωμάτιο πρέπει να παριστάνω το άγαλμα;»  σ. 60 – 61).
          Η γυναίκα που υπονοείται, χωρίς να αναφέρεται συχνά, που αντιστέκεται παθητικά μέχρι το τέλος, που λίγες φορές μιλάει, τότε όμως τα λέει έξω από τα δόντια ή μιλάει δι’ αντιπροσώπου μέσα από την κόρη της, είναι η μητέρα – ζωγράφος.  Στα δύο πολύ ευαίσθητα έργα της που κοσμούν τα εξώφυλλα του βιβλίου «Το φυλακισμένο πουλί»  και «Το αυλιδάκι στην Άνδρο»  κυριαρχούν οι γκρι αποχρώσεις.  Έργα που καταμαρτυρούν το καταπιεσμένο ταλέντο, τη γυναίκα που δεν της επιτράπηκε να ορθώσει το ανάστημά της δίπλα στον μεγάλο λογοτέχνη – σύζυγο, που αναγκαζόταν να ξεσπαθώνει στον ηθικό αυτουργό, στη γιαγιά Μίνα, τη δική της μητέρα, που την μεγάλωσε διδάσκοντάς της την υποταγή.
          Το Αυλιδάκι αποτελεί το σκηνικό όπου πέφτει η αυλαία πενήντα χρόνια μετά.  Τολμηρό και πετυχημένο το εγχείρημα της συγγραφέως να τοποθετηθούν οι βασικοί ήρωες σε καταφανή, θεατρική διάταξη, όλοι τεθνεώτες ανάμεσα σε γλάστρες και τενεκέδες με γεράνια και βασιλικούς.  Στο Αυλιδάκι ανταλλάσσονται οι τελευταίες σκληρές αλήθειες, μπαίνουν οι τελικές πινελιές για να ολοκληρωθεί η εικόνα.-


          Την Κυριακή 14/12/2008 στις 6:00μ.μ. η Λέσχη Ανάγνωσης (τηλ. Επικοινωνίας 6972699261) σας προσκαλεί στη Βικελαία Βιβλιοθήκη, οδό Χορτατσών & Κυδωνίας 33, να κουβεντιάσουμε μαζί με την Μαρίνα Καραγάτση το βιβλίο της.




«Ένα μόνο πράγμα υπάρχει στη ζωή:
ο αιώνιος άνθρωπος με τα κυρίαρχα,
τα αθάνατα πάθη του.
Ποιο πάθος γιατρεύτηκε ποτέ;»
Γιούγκερμαν.

          Η Μαρίνα Καραγάτση, μοναχοπαίδι του γνωστού συγγραφέα και της ζωγράφου Νίκης Καρυστινάκη, αποτολμά στα ύστερα της ζωής της να δημοσιεύσει ένα λογοτεχνικό βιβλίο και συνάμα να μας καταθέσει το χρονικό του δύσκολου μεγαλώματός της κοντά στον μεγάλο πατέρα.  «Ψηλός, επιβλητικός, υπεροπτικός, ωραίος, είχε το ύφος ενός αρχηγού, κάποτε κι ενός δικτάτορα (…).  Ο Καραγάτσης και μέσα στις αυθαιρεσίες του και τους παραλογισμούς του, τις εκρήξεις του και τις ακαταλόγιστες, συχνά, αντιδράσεις του προς πρόσωπα και πράγματα, παρέμενε πάντα μια σπάνια ιδιοφυία.  Βαρύτατη έπεφτε η σκιά του παντού, μια σκιά που μαγνήτιζε και όταν ακόμα τύχαινε να απωθεί»  (Αντρέας Καραντώνης  «Μνήμη του Καραγάτση»).
          Το βιβλίο είναι σύντομο και καλογραμμένο.  Σε ύφος αφηγηματικό, ξεδιπλώνονται στις 225 σελίδες του εξομολογήσεις σε μορφή μονολόγου ή διαλόγου.  Βρισκόμαστε στη δύσκολη δεκαετία του ΄50 και πρωταγωνιστές μας είναι ο Καραγάτσης, η έφηβη – κόρη του, η υπηρέτρια Λασκαρώ και η γιαγιά Μίνα.  Μέσα από το διαφορετικό ιδίωμα και ψυχοσύνθεση του εκάστοτε αφηγητή ζωγραφίζεται η εικόνα τόσο του ιδιωτικού Καραγάτση, ενός υπερβολικά αισθαντικού και αρκετά διαταραγμένου ανθρώπου, όσο και της ευρύτερης οικογένειας, στα σκηνικά πλαίσια μιας ιδιαίτερης εποχής.  «Είχε δύσκολο ύπνο, οι θόρυβοι τον ενοχλούσαν φοβερά, έβαζε ωτασπίδες το βράδυ για να κοιμηθεί.  Κάθε δυο χρόνια αλλάζαμε σπίτι.  Πάντοτε στον τελευταίο όροφο, για να μην έχουμε άλλους από πάνω και κάνουν θόρυβο (…) τον εμπόδιζε το φως, σκούρες κουρτίνες κρεμούσε στο παράθυρο και τις τζαμόπορτες.  Δύσκολος άνθρωπος, εκρηκτικός, υπερευαίσθητος, πολλές φορές εγωιστής αλλά καλόκαρδος (…).  Είχε χάρες, γοητεία, ζωντάνια, ανωτερότητα.  Δεν ήταν φτηνός, μικρός σε τίποτα»  (Συνέντευξη της Νίκης Καραγάτση).
          Το βιβλίο παρουσιάζει μεγάλη αμεσότητα και ειλικρίνεια.  Δεν έρχεται να ωραιοποιήσει ή να θωπεύσει τα αυτιά μας.  Είναι σπορά που έμεινε πολύ καιρό στα σπλάχνα μέχρι να ξεμυτίσει στο φως.  Κουβαλάει όλη τη δύναμη και την απόγνωση μιας επίπονης κύησης, μιας λυτρωτικής γέννας.  «Τα εν οίκω μη εν δήμω», προέτρεπαν ανέκαθεν οι Έλληνες.  Είναι άραγε βλάσφημο να εκθέτουμε τα άπλυτα της οικογένειάς μας και ιδιαίτερα όταν πρόκειται για ένα επώνυμο πατέρα – συγγραφέα, ένα γίγαντα – δημιουργό απ’ αυτούς που απλόχερα μας έδωσε ο πολυτάραχος 20ος αιώνας;  Μετρώ 25 τίτλους βιβλίων του Καραγάτση στην εξαίρετη έκδοση του «Εθνικού Κέντρου Βιβλίου»  με αφορμή τα 100 χρόνια, από τη γέννησή του, το 2008.  Αναρωτιέμαι πότε πρόλαβε να τα γράψει όλα αυτά στον σύντομο βίο του των μόλις 52 χρόνων.  («Που ο κύριος που όταν γράφει, τρέχει το χέρι του πάνω στο χαρτί και ποτές δε σβήνει, ποτές δε μουτζουρώνει» σ. 47).  Η Μαρίνα Καραγάτση τολμά στα 72 της, πλήρης ημερών και έτοιμη για αναχώρηση, μια εκ βάθους καρδιάς εξομολόγηση, σπάει το ταμπού της σιωπής κι αφήνει τις αλήθειες της  να λευτερωθούν σαν μια ύστατη πράξη διαμαρτυρίας και απονομής δικαιοσύνης, κερδίζοντας το στοίχημα και αποδεικνύοντας τελικά ότι είναι μια άξια θυγατέρα του πατέρα της.  («Μαμά, μπαμπά, Λασκαρώ, θείε Αντώνη, γιαγιά Μίνα, παππού Λεωνίδα.  Τώρα που τέλειωσα το γράψιμο θα πάω μια στιγμή να πλύνω τα χέρια μου κι έπειτα έρχομαι αμέσως.  Να με περιμένετε.  Δε θα αργήσω»  σ. 225).
          Το βιβλίο σοκάρει, συγκινεί, συνεπαίρνει, μας ταξιδεύει στις αβύσσους των ψυχών των ηρώων και των φουρτουνιασμένων εποχών που έζησαν, μας περιγράφει αριστοτεχνικά τις μεταξύ τους διαπλοκές μαζί με τις εσωτερικές τους εμπλοκές.  Ιδιαίτερα δυνατή η περιγραφή της βασανισμένης υπηρέτριας Λασκαρώς («Χαρά στην ομορφιά.  Και κοντή είναι και χοντρή και μια φάτσα έχει που αποπνέει το ακλόνητο πείσμα μιας περιορισμένης νοημοσύνης (…).  Σε πέντε χρόνια το πολύ θα είναι άχρηστη.  Τώρα όμως ακόμα, κάπως τρώγεται» σ. 12 -13).  Και της σχέσης πάθους, τυφλής αφοσίωσης, μίσους, που διατηρεί με το αφεντικό της, παίζοντας ταυτόχρονα τη συμπληρωματική μητέρα για τη μικρή και υποταγμένη Μαρίνα.  Φιγούρα αρχαίας τραγωδίας η Λασκαρώ, καταδικασμένη να ζήσει το πάθος μέσα από τον άντρα – αφέντη και τη μητρότητα μέσα από το ξένο παιδί.  Λειτουργεί σαν αφανής ήρωας, που σώζει και σώζεται παίζοντας τον εξισορροπιστή ενός σπιτικού που κλυδωνίζεται από έντονες σεισμικές δονήσεις.
          Οι γυναίκες της Μαρίνας Καραγάτση είναι όλες δυνατές και επίφοβες.  Οι άντρες γεμάτοι αδυναμίες και φόβους αντιδρούν με ανοιχτή επίθεση ή σθεναρή παθητική αντίσταση, προσπαθώντας απελπισμένα να επιδείξουν και να αποδείξουν τον ανδρισμό τους σ’ έναν κόσμο τόσο μητριαρχικά απειλητικό.  («Άραγε πέρασε ποτέ απ’ το μυαλό της αγαπητής μου θυγατέρας πως ο πατέρας της δεν είναι παρά ένας δειλός φυγάς της δυσάρεστης πραγματικότητας που αυτοχασισώνεται σα δερβίσης τις ώρες που γράφει και όχι μόνο τότε.  Δυστυχώς όμως δεν υπάρχει κατανόηση.  Μοναξιά.  Απέραντη μοναξιά» σ. 11).  Ο Μ. Καραγάτσης δεσπόζει σαν ένας οικιακός τύραννος με τεράστιο ανοικονόμητο εκτόπισμα, που τρέφει το ταλέντο του και τη νευρασθένειά του καταπιέζοντας τη δημιουργικότητα της γυναίκας του, ευνουχίζοντας το δυναμικό της ελεύθερης έκφρασης της κόρης του («Αυτό το κορίτσι δεν έχει ούτε τη γλύκα της μάνας της ούτε τη σκληράδα τη δικιά μου, που είναι σημάδια στοχασμού και ζωής.  Πίσω από το απλανές βλέμμα της διακρίνει κανείς την απουσία κάθε αισθήματος.  Μια νέκρα, μια παγωμάρα.  Αυτό είναι που με ανησυχεί ιδιαιτέρως.  Την παρατηρώ στην καθημερινή της ζωή, τύπος και υπογραμμός.  Γυρίζει απ’ το σχολείο και κατευθείαν πηγαίνει και κάνει τα μαθήματά της» σ. 21).
          Μέσα από την αφήγηση της Μαρίνας Καραγάτση αποδεικνύεται για μια ακόμα φορά πόσο δύσκολο είναι να επιβιώσει ψυχικά ένα μικρό παιδί δίπλα σ’ ένα γονέα με έντονη προσωπικότητα, καταξιωμένο κοινωνικά.  Εκεί όπου ο πήχης βρίσκεται ήδη πολύ ψηλά εξ αρχής και ο ναρκισσισμός του δημιουργού επίσης στα ύψη.  Όπου ο καθρέπτης δεν επιτρέπει σε κανέναν άλλο και ιδιαίτερα απόγονο, να είναι καλύτερος, ομορφότερος, αξιότερος («Αν δεν μάθει το παιδί από τα μικράτα του να είναι πειθαρχημένο, καταστράφηκε (…).  Γιατί αυτό το παιδί δεν έχει καμιά περιέργεια;  Γιατί δεν κάνει ποτέ μια ερώτηση;  Γιατί δεν παρατηρεί γύρω της;  Γιατί αντιμετωπίζει τη ζωή με τέτοιαν αδιαφορία;»  σ. 22 και σε αντιδιαστολή:  «Πως θα περνούσανε οι δυο ώρες που ο μπαμπάς κλείνει πόρτες και παράθυρα και προσπαθεί να κοιμηθεί κι εγώ στο διπλανό δωμάτιο πρέπει να παριστάνω το άγαλμα;»  σ. 60 – 61).
          Η γυναίκα που υπονοείται, χωρίς να αναφέρεται συχνά, που αντιστέκεται παθητικά μέχρι το τέλος, που λίγες φορές μιλάει, τότε όμως τα λέει έξω από τα δόντια ή μιλάει δι’ αντιπροσώπου μέσα από την κόρη της, είναι η μητέρα – ζωγράφος.  Στα δύο πολύ ευαίσθητα έργα της που κοσμούν τα εξώφυλλα του βιβλίου «Το φυλακισμένο πουλί»  και «Το αυλιδάκι στην Άνδρο»  κυριαρχούν οι γκρι αποχρώσεις.  Έργα που καταμαρτυρούν το καταπιεσμένο ταλέντο, τη γυναίκα που δεν της επιτράπηκε να ορθώσει το ανάστημά της δίπλα στον μεγάλο λογοτέχνη – σύζυγο, που αναγκαζόταν να ξεσπαθώνει στον ηθικό αυτουργό, στη γιαγιά Μίνα, τη δική της μητέρα, που την μεγάλωσε διδάσκοντάς της την υποταγή.
          Το Αυλιδάκι αποτελεί το σκηνικό όπου πέφτει η αυλαία πενήντα χρόνια μετά.  Τολμηρό και πετυχημένο το εγχείρημα της συγγραφέως να τοποθετηθούν οι βασικοί ήρωες σε καταφανή, θεατρική διάταξη, όλοι τεθνεώτες ανάμεσα σε γλάστρες και τενεκέδες με γεράνια και βασιλικούς.  Στο Αυλιδάκι ανταλλάσσονται οι τελευταίες σκληρές αλήθειες, μπαίνουν οι τελικές πινελιές για να ολοκληρωθεί η εικόνα.-


          Την Κυριακή 14/12/2008 στις 6:00μ.μ. η Λέσχη Ανάγνωσης (τηλ. Επικοινωνίας 6972699261) σας προσκαλεί στη Βικελαία Βιβλιοθήκη, οδό Χορτατσών & Κυδωνίας 33, να κουβεντιάσουμε μαζί με την Μαρίνα Καραγάτση το βιβλίο της.